του Μιχάλη Μαστοράκη*

Εκτενή αναφορά στα ενεργειακά θέματα της χώρας κάνει η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη που δόθηκε στη δημοσιότητα και παρουσιάζει ένα συνεκτικό σχέδιο ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία. Ανάμεσα στα ζητήματα που ξεχωρίζουν είναι η συμβολή της χώρας στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η λειτουργία της αγοράς ενέργειας και η εξέλιξη του ενεργειακού κόστους για τις βιομηχανίες ως παράγοντα βιωσιμότητας.

Κλιματική αλλαγή

Ανάμεσα σε άλλα, η έκθεση υπογραμμίζει πως η ελληνική οικονομία είναι εκτεθειμένη σε σημαντικούς κινδύνους μετάβασης. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, μια πλήρης απανθρακοποίηση η της οικονομίας θα καταστήσει αδρανές το 2,7% του παραγωγικού κεφαλαίου στην Ελλάδα, έναντι 0,8% στην Αυστρία, 0,6%, στο Βέλγιο, 1,4% στη Γαλλία, 1% στη Γερμανία, 2,1% στην Ιταλία και 3,6% στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Το ποσοστό είναι ιδιαίτερα υψηλό στη μεταποιητική βιομηχανία (8,1% στην Ελλάδα, έναντι 2,4% στην Αυστρία, 3% στο Βέλγιο, 2,1% στη Γαλλία, 2,8% στη Γερμανία, 4,9% στην Ιταλία και 2,9% στο Ηνωμένο Βασίλειο), και στην παραγωγή ενέργειας (17,1% στην Ελλάδα, έναντι 12,5% στην Αυστρία, 1.2% στο Βέλγιο, 23,3% στη Γαλλία, 12,2% στη Γερμανία, 14% στην Ιταλία και 35,7% στο Ηνωμένο Βασίλειο), κλάδοι που μαζί αποτελούν περίπου 12% της οικονομίας σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Τα υψηλά ποσοστά κεφαλαίου με κίνδυνο αδρανοποίησης στους κλάδους αυτούς στην Ελλάδα αντανακλούν εν μέρει το μέγεθος της βιομηχανίας πετρελαιοειδών και την εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από τον λιγνίτη.

Ωστόσο οι κίνδυνοι μετάβασης συνυπάρχουν με σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες, όπως υπογραμμίζεται. Αυτές συνδεόνται κυρίως με την ανάπτυξη και εφαρμογή καινοτόμων διαδικασιών σε τομείς όπως η εξοικονόμηση ενέργειας, οι ΑΠΕ, η ηλεκτροκίνηση και τα ευφυή δίκτυα. Ευκαιρίες δημιουργούνται και από πολιτικές που αφορούν άλλες πτυχές της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, σε κλάδους όπως η ανακύκλωση και η διαχείριση των αποβλήτων, τομείς όπου η Ελλάδα καταγράφει πολύ άσχημες επιδόσεις.

Ενέργεια

Σε ότι αφορά τον ενεργειακό τομέα, η έκθεση εστιάζει στην επίτευξη των ενεργειακών στόχων για την πράσινη μετάβαση και την ανάπτυξη των απαιτούμενων υποδομών και εργαλείων αγοράς.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: “Ο ριζικός μετασχηματισμός του ενεργειακού τομέα στην Ελλάδα, για την επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου για κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050, θα απαιτήσει τα επόμενα χρόνια επενδύσεις σημαντικού ύψους, μεταξύ άλλων, για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, την περαιτέρω ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) και τις κρίσιμες υποδομές δικτύων ενέργειας ώστε να διευκολυνθεί η ανάπτυξη αυτή, και τη δίκαιη μετάβαση των περιοχών που εξαρτώνται από τον λιγνίτη”.

Προτάσεις Πολιτικής στον τομέα της ενέργειας

Ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας: Ολοκλήρωση της μετάβασης στο target model και της σύζευξης του εγχώριου χρηματιστηρίου ενέργειας με τις αγορές χονδρικής της περιοχής, εξορθολογισμός των ρυθμιστικών χρεώσεων και του ενεργειακού κόστους με την ανάπτυξη νέων αγορών. Για την επάρκεια της εποπτείας της αγοράς, η έκθεση επισημαίνει πως πρέπει να ενισχυθεί η αυτονομία της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας μέσα από αυξημένη διοικητική ευελιξία.

Ενεργειακή μετάβαση και ένταξη των ΑΠΕ στους μηχανισμούς της αγοράς: Συμβουλεύει να μην δεσμευτεί υπερβολική ισχύς σε καθεστώς στήριξης, δεδομένων των μεσοπρόθεσμων προοπτικών για πλήρη ανάκτηση των επενδυτικών αποδόσεων των ΑΠΕ μέσα από τους μηχανισμούς αγοράς. Επίσης, αναφέρει πως απαραίτητη είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας και της ρευστότητας του μηχανισμού χορήγησης λειτουργικής ενίσχυσης στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ.

Ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών: Στις ενεργειακές υποδομές, προτεραιότητες αποτελούν η προώθηση και η υλοποίηση των έργων μεταφοράς, διανομής και αποθήκευσης στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Επιπρόσθετα, σημειώνονται η ενίσχυση των διασυνδέσεων ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου με γειτονικές χώρες, καθώς και η εισαγωγή μηχανισμών οικονομικών κινήτρων στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις των δικτύων. Τέλος, ως πολύ σημαντικό έργο αναγνωρίζεται και επισημαίνεται η ψηφιοποίηση και αναβάθμιση των δικτύων ενέργειας (smart grids), η οποία θα βελτιώσει την ενεργειακή αποδοτικότητα, παρέχοντας συγχρόνως ευελιξία στο σύστημα ηλεκτρισμού.

Βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας: Προγράμματα κινήρων για το κτιριακό απόθεμα στον οικιακό και τριτογενή τομέα, καθώς και προώθηση της χρήσης συστημάτων ΑΠΕ για κάλυψη θερμικών και ψυκτικών αναγκών και προώθηση συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης από εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών.

Μετριασμός των κοινωνικών επιπτώσεων: Αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας και αναπτυξιακός σχεδιασμός με στρατηγικές δράσεις και χρηματοδοτικά προγράμματα για τη δίκαιη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών.

Έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία: Διαμόρφωση πλαισίου για την Έρευνα και Ανάπτυξη στον τομέα Ενέργειας, με έμφαση στην ανάπτυξη καινοτόμων τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας, έξυπνων δικτύων και αποθήκευσης ενέργειας.

Βιομηχανία και ενεργειακό κόστος 

Η μεταποιητική βιομηχανία αποτελεί έναν από τους βασικούς κλάδους μιας οικονομίας, και επηρεάζει σημαντικά τις προοπτικές ανάπτυξής της, καθώς και τον βαθμό εξωστρέφειας, καινοτομίας και διασύνδεσης με την τεχνολογία. Η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως προς το μέγεθος του μεταποιητικού τομέα, ακόμη και αν ο τομέας βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο συνολικά στην Ευρώπη σε σχέση με άλλες οικονομίες. Ο ελληνικός μεταποιητικός τομέας έχει όμως σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Η εξέλιξη αυτή θα ήταν συμβατή και με την κεντρική πολιτική της ΕΕ για αντιστροφή της πορείας αποβιομηχανοποίησης που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στην ήπειρο.

Την τελευταία πενταετία, η χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι έως 40% υψηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπρόσθετα, η ενεργειακή ένταση της μεταποίησης στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη σε σχέση με το μέσο όρο στην ΕΕ.

Για την άμβλυνση του υψηλού ενεργειακού κόστους προτείνονται οι παρακάτω δράσεις,

• Πλήρης εφαρμογή του target model, με όσο το δυνατόν λιγότερους ρυθμιστικούς περιορισμούς στη λειτουργία της αγοράς.

• Ενίσχυση των διασυνδέσεων με γειτονικές χώρες έτσι ώστε η σύζευξη της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας να καταστεί στην πράξη λειτουργική, για την ισότιμη συμμετοχή στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

• Λειτουργία μηχανισμών αγοράς όσον αφορά στη διαχείριση της ζήτησης (demand response).

 Επανεξέταση όλων των ρυθμιζόμενων χρεώσεων, εξορθολογισμός τους και αξιοποίηση αποδεκτών σε κοινοτικό επίπεδο εργαλείων για τη μείωση ή αντιστάθμισή τους όσον αφορά στη βιομηχανία.

• Θεσμοθέτηση αποτελεσματικού μηχανισμού αντιστάθμισης του κόστους CO2, με πλήρη εφαρμογή των σχετικών κατευθυντηρίων γραμμών της ΕΕ.

Εκτιμάται ότι η μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 10% στους κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης της μεταποίησης στην Ελλάδα θα οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου €600 εκατ., ενισχύοντας την απασχόληση κατά περίπου 12 χιλ. θέσεις εργασίας.

Ο κ. Μιχάλης Μαστοράκης είναι αρθρογράφος, ειδικευμένος σε ενεργειακά θέματα
Πηγή : energypress.gr – Ημερομηνία δημοσίευσης : 25 Νοεμβρίου 2020 07:30 πμ

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα