– Βασίλης Κουφός, Σύμβουλος Βιώσιμης Επιχειρηματικότητας και Διαχειριστής Εταίρος της Capa Epsilon spPCC®

Εάν θελήσουμε να περιγράψουμε με αμεσότητα και ευκρίνεια το επόμενο μεγάλο επιχειρηματικό ζητούμενο, θα είναι πολύ εύκολο να συμφωνήσουμε, τουλάχιστον στον τίτλο : Βιώσιμη Ανάπτυξη. Από το σημείο αυτό και μετά, όμως ξεκινούν οι δυσκολίες.

Κατ’ αρχάς ως προς την οριοθέτηση του όρου. Η έννοια της βιωσιμότητας, έτσι όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί θεωρητικά τα τελευταία 40 περίπου χρόνια,  έλκει την επιστημονική της καταγωγή στην περίφημη έκθεση Brundtland. Το εν λόγω πόνημα, αποτελεί έργο της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη και δημοσιεύθηκε το Μάρτιο του 1987 με τον τίτλο “Το Κοινό μας Μέλλον” («Our common future», WCED – United Nations, 1987). Η Έκθεση, όρισε τη βιωσιμότητα ως τη συνισταμένη τριών συγκεκριμένων διαστάσεων : Οικονομία, Κοινωνία και Περιβάλλον. Η ακαδημαϊκή – αλλά και η ευρύτερη – συζήτηση αναφορικά με τη μορφή του τριγώνου αυτού, είχε ξεκινήσει ήδη, νωρίτερα. Οι τρεις διαστάσεις, δομούν ένα ισόπλευρο, ισοσκελές ή σκαληνό τρίγωνο ; Και εφόσον η επιρροή κάθε «πλευράς» δεν είναι η ίδια, τότε ποια από αυτές κυριαρχεί;

Οι απόψεις είναι πολλές και τεκμηριωμένες – ανάλογα με την επιστημονική τους προέλευση. Όμως, θεωρώ πως μεγαλύτερη σημασία έχει ο εντοπισμός του κοινού εκείνου στοιχείου, που είναι ικανό, να μεταβάλει και τις τρεις αυτές δυνάμεις – ταυτόχρονα ή μεμονωμένα. Το στοιχείο αυτό είναι υπαρκτό και προαιώνιο : η φορολογία (το μόνο δεδομένο του βίου μας μαζί με το θάνατο όπως εύστοχα διατύπωσε ο Μπένζαμιν Φράνκλιν περίπου πριν από δυόμισι αιώνες).

Η φορολογία είναι η ικανή εκείνη συνθήκη, η οποία, χρησιμοποιώντας τις αναδιανεμητικές της δυνατότητες σε συνδυασμό με τα πολιτικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τα εφαρμοστικά εργαλεία της, μπορεί και μεταβάλει δομικά κάθε είδους κοινωνική δομή και δραστηριότητα. Συνεπώς, στο σχεδιασμό και την εκτέλεση μιας γενικότερης Ατζέντας Βιωσιμότητας, η φορολογική πολιτική δεν αποτελεί απλώς τον κοινό παρονομαστή, αλλά το δεσπόζον θεωρητικό και πρακτικό υπόβαθρο.

Σε ένα σύγχρονο πλαίσιο αγοράς, η φορολογία εμπεριέχει τις κάτωθι παραμέτρους :

  • Φορολογία εισοδημάτων
  • Φόροι Κεφαλαίου
  • Έμμεσοι φόροι

Η επιρροή κάθε κατηγορίας, ξεχωριστά, στην Οικονομία, το Περιβάλλον και την Κοινωνική Πολιτική, σημειώνει διαφορετικές επιδόσεις και αφήνει διακριτά εντυπώματα. Παίρνοντας ως σημείο αναφοράς την ελληνική εμπειρία, είναι πολύ ενδιαφέροντα τα συμπεράσματα που προκύπτουν.

Ένα φορολογικό σύστημα με απλές και σαφείς διατάξεις, εξασφαλίζει διαφάνεια και ακεραιότητα για τους φορολογουμένους. Τα δύο αυτά στοιχεία, καταλήγουν σε επενδυτική εμπιστοσύνη και, κατ’ επέκτασιν, οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον δε, ικανή παράμετρος αποδοτικότητας, αποτελεί η διαχρονικότητα. Ένα απλό παράδειγμα : Το Σεπτέμβριο του 1994, η Ελληνική Βουλή, ψήφησε τον πρώτο Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ουσιαστικά από το 1955. Ο Κώδικας, εφαρμόστηκε για τα επόμενα 16 χρόνια, οπότε και αντικαταστάθηκε το 2010. Ωστόσο, ο αρχικός νόμος όπως τελικά δημοσιεύθηκε, ο οποίος περιείχε 118 άρθρα, υπέστη συνολικά 3.750 νομικές τροποποιήσεις και συμπληρώσεις – πρωτογενούς και δευτερογενούς χαρακτήρα (νόμοι, υπουργικές αποφάσεις και ερμηνευτικές εγκύκλιοι). Δηλαδή ο Κώδικας κατέστη αντικείμενο νομοθετικού έργου πάνω από 230 φορές ανά έτος ισχύος του. Είναι αυτονόητο, πως με τόσες παρεμβάσεις, τίθεται σοβαρό ζήτημα για την ποιότητα της διαφάνειας και της ακεραιότητας του εκτελεστικού του αποτελέσματος. Τέλος, αν και ήδη από το 2005, είχε οριστικοποιηθεί η χρήση των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς στην Ελλάδα, ο Κώδικας δεν καταργήθηκε, αλλά συνέχισε η διαδικασία της αποσπασματικής προσαρμογής του σε λογιστικά δεδομένα με εντελώς διαφορετική φιλοσοφία.

Οι Φόροι Εισοδήματος, ως η βασική μορφή προσπορισμού πόρων από το Δημόσιο, έχουν, ταυτόχρονα, τεράστια επήρεια στη διαμόρφωση του Οικονομικού και του Κοινωνικού πλαισίου. Από πλευράς εταιρικής φορολογίας, ο συντελεστής έχει περιοριστεί στο 22% – το 2004 είχε σταθεροποιηθεί στο 35% – αλλά η υποχρέωση ταμειακής καταβολής προκαταβολής φόρου για το επόμενο έτος σε ποσοστό 80% του φόρου της τρέχουσας χρήσης, ουσιαστικά διαμορφώνει ένα συντελεστή που αγγίζει το 39,6%. Εάν δε, η επιχείρηση προβεί σε ολοκληρωτική διανομή μερίσματος – πράγμα σχεδόν φυσιολογικό για το 95% των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν στενά οικογενειακό χαρακτήρα – η τελικός φόρος μπορεί να φθάσει στο 42,6%. Συνεπώς – και συνυπολογίζοντας πάντα την πελώρια Οικονομική και Κοινωνική επίδραση της φορολογίας εισοδήματος – η εταιρική φορολογία καλείται να εκτελέσει ουσιαστικό ρόλο, κινώντας τα εταιρικά κεφάλαια με στόχο την πάταξη της ανεργίας και τη συνεισφορά των επιχειρήσεων στη διαμόρφωση αναπτυξιακών συνθηκών, λειτουργώντας έτσι ως κεντροβαρικός παράγοντας απαλοιφής των κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων. Εάν για παράδειγμα, οι εταιρείες αποφάσιζαν να επανεπενδύσουν μέρος ή ακόμη και το σύνολο των διανεμομένων κερδών τους, τμήμα του εταιρικού φορολογικό μείγματος θα μπορούσε να απαλειφθεί (πχ μηδενισμός της προκαταβολής ή του φόρου μερισμάτων). Επιπλέον, προκειμένου να ενδυναμωθεί η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ο μηδενισμός του φόρου στα μερίσματα, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο εμφάνισης αποκρυπτόμενης φορολογητέας ύλης, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη διαφάνεια των δεδηλωμένων εισοδημάτων και την ακεραιότητα του επιχειρείν στην πράξη.  Η δε φορολογία ιδιωτών (φυσικών προσώπων), χρήζει αναμόρφωση της κλίμακας συντελεστών, ώστε οι εμπλεκόμενοι να κινητροδοτηθούν να εργαστούν ως μισθωτοί, προκαλώντας ταυτόχρονα το σχετικό ενδιαφέρον των επιχειρήσεων, οι οποίες θα μπορούν να απασχολήσουν υπαλλήλους, με λιγότερες ταμειακές ροές.

Προκειμένου να ενδυναμωθεί η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ο μηδενισμός του φόρου στα μερίσματα, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο εμφάνισης αποκρυπτόμενης φορολογητέας ύλης, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη διαφάνεια των δεδηλωμένων εισοδημάτων και την ακεραιότητα του επιχειρείν στην πράξη

Οι Φόροι Κεφαλαίου, λόγω του μεγάλου αριθμού μικρής και μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας στη χώρα μας, όπως είναι επόμενο αφορούν έναν τεράστιο αριθμό φορολογουμένων. Αυτό όμως, θα πρέπει να συνδυαστεί με το εξαιρετικά άναρχο και ακωδικοποίητο χωροταξικό και οικοδομικό νομικό πλαίσιο, αφού οι χρήσεις των ακινήτων, συνδέονται ευθέως – σε συντριπτικό ποσοστό – με περιβαλλοντικές αυθαιρεσίες. Έτσι, η τακτοποίηση της στέγασης αδύναμων κοινωνικών ομάδων, καταστρατηγεί περιβαλλοντικές διατάξεις (και για εκλογικούς σκοπούς). Επιπλέον, σταδιακά, τα ενδιαφερόμενα συμφέροντα που έχουν – στενό ή και ελεγχόμενο – έννομο συμφέρον από τέτοιες νομικές παρεμβολές, αυξάνουν, με τελικό αποτέλεσμα η νομική αναρχία να μεταφράζεται και σε χωροταξική και οικιστική. Οι Φόροι Κεφαλαίου στην Ελλάδα, έχουν αποκρυσταλλωθεί στο νομοθέτημα 4223/2013 (Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτητών Ακινήτων) και λειτουργεί σχετικά απρόσκοπτα. Όμως, το πνεύμα του νόμου, δεν έχει συμπεριλάβει δύο σημαντικά στοιχεία : (α) δεν συνδέεται με αμεσότητα και καθαρότητα με τον τρόπο χρήσης ως προς τις περιβαλλοντικές συνέπειές της και (β) δεν αποτελεί κίνητρο κίνησης του αδρανούς κεφαλαίου. Επιβαρύνει δηλαδή με τον ίδιο τρόπο, ακίνητα που παράγουν εισόδημα (και συνεπώς λειτουργούν πολλαπλασιαστικά ως προς τη συνεισφορά τους στο δημόσιο ταμείο), με ακίνητα που μένουν ανεκμετάλλευτα (πολλές φορές μάλιστα με θέληση του ιδιοκτήτη). Το νόημα ενός φόρου κατοχής, είναι η αποφυγή της αδράνειας του περιουσιακού στοιχείου και όχι η επιβάρυνσή του επειδή απλώς κάποιος το κατέχει. Η ίδια λογική θα μπορούσε να ισχύσει και σε κινητές αξίες, αφού η κινητικότητά τους παράγει φορολογητέα ύλη.

Οι έμμεσοι φόροι τέλος, αποτελούν την άμεση χρηματοδοτική βάση του – κάθε – φορολογικού συστήματος. Ναι μεν επιβαρύνουν όλα τα εισοδήματα με οριζόντιο τρόπο – κοινό συντελεστή – ωστόσο, αυτό διενεργείται κατά κύριο λόγο σε συναλλαγές με πολύ μεγάλη συχνότητα και μικρό χρηματικό κόστος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν,  ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας και οι κάθε είδους Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης. Ακριβώς επειδή όμως επειδή οι επιβαρύνσεις αυτές έρχονται σε επαφή με σημεία της φορολογικής βάσης, όπου Εισόδημα και Κεφάλαιο αδυνατούν να προσεγγίσουν – προφυλάσσοντας τους κοινωνικά αδύναμους – η έμμεση φορολογία αποκτά πολλαπλάσιο ενδιαφέρον ως πάροχος βιώσιμης ανάπτυξης. Ο μηδενισμός του ο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για δαπάνες που αφορούν το περιβάλλον, την έρευνα, την ποιότητα ζωής των εργαζομένων ή της κοινωνίας που φιλοξενεί μια επένδυση, είναι ένα βήμα με ξεκάθαρο αποτύπωμα προς μια πράσινη και δίκαιη κατεύθυνση. Οι δε φάροι κατανάλωσης, οφείλουν να συνδεθούν άμεσα με το ενεργειακό προφίλ κάθε επιχείρησης, καθώς και με το βαθμό εξωστρέφειάς της. Αντιθέτως η επιστροφή φόρων (όπως ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο κίνησης ή στο μαζούτ) σε εταιρείες και παραγωγούς με επιβαρυμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, είναι από μόνη της – ως λογική και πράξη – μια τρομακτική αντίφαση.

Εν τέλει αυτό που μένει είναι ο συσχετισμός ενός σχεδίου φορολογικής βιωσιμότητας με τα αποτελέσματά του και – εν τέλει – την αποδοχή του, από τους φορολογουμένους – ιδιώτες και επιχειρήσεις. Οι κυβερνητικές προτεραιότητες, ο εκλογικός κύκλος, η πρόθεση δημιουργίας μιας – ιστορικής (;!) – παρακαταθήκης και ο ουσιαστικό βαθμός συμμετοχής ιδεολογικών χαρακτηριστικών στο οριστικό μείγμα άσκησης πολιτικής, αποτελούν το πλαίσιο εκείνο που εν τέλει οδηγεί ή όχι στην υλοποίηση ενός επιχειρηματικού και ευρύτερου στόχου, με έντονα, τα βιώσιμα χαρακτηριστικά

Κατεβάστε εδώ το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε

 

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα