Η πανδημία έπληξε τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ιδιαίτερα σκληρά, εν μέρει επειδή κυριαρχούν σε ορισμένους τομείς έντασης επαφής (contact-intensive sectors), όπως ξενοδοχεία, εστιατόρια και αρκετές μορφές ψυχαγωγίας. Ως αποτέλεσμα, πολλές προηγμένες οικονομίες κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν ένα κύμα πτωχεύσεων, που θα μπορούσε να απειλήσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας, να καταστρέψει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποδυναμώσει μια ήδη εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, πρέπει να αναλάβουν γρήγορα δράση, για να μετριάσουν αυτό το κύμα.

Η άφθονη υποστήριξη ρευστότητας μέσω δανείων, πιστωτικών εγγυήσεων και μορατόριουμ για την πληρωμή χρεών έχει προστατεύσει πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από τον άμεσο κίνδυνο πτώχευσης. Ωστόσο, η υποστήριξη ρευστότητας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα φερεγγυότητας . Καθώς οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν απώλειες και δανείζονται για να συνεχίσουν, κινδυνεύουν να γίνουν αφερέγγυες – φορτωμένες με οφειλές, τις οποίες τελικά δεν θα μπορέσουν να εξοφλήσουν.

Η νέα έρευνα του προσωπικού του ΔΝΤ ποσοτικοποιεί αυτόν τον κίνδυνο φερεγγυότητας και τα ευρήματα δημιουργούν ανησυχία. Η πανδημία αναμένεται να αυξήσει το μερίδιο των αφερέγγυων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων από 10% σε 16% το 2021, σε 20 κυρίως αναπτυγμένες οικονομίες στην Ευρώπη και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Η αύξηση είναι ανάλογη σε μέγεθος με τις αντίστοιχες εταιρικές εκκαθαρίσεις τα 5 χρόνια μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αλλά συμβαίνει σε πολύ μικρότερη χρονική περίοδο. Η προβλεπόμενη αφερεγγυότητα θέτει σε κίνδυνο περίπου 20 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (δηλαδή, πάνω από το 10% των εργαζομένων που απασχολούνται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις), περίπου το ίδιο με το συνολικό αριθμό των ανέργων που εγγράφονται σήμερα, στις χώρες που καλύπτει η ανάλυση. Επιπλέον, το 18% των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων μπορεί άμεσα να κλείσουν (καθαρά λόγω έλλειψης ρευστότητας ως προς την κάλυψη των άμεσων λειτουργικών τους αναγκών), υπογραμμίζοντας την ανάγκη για συνεχή υποστήριξη χρηματοδότησης.

Οι επιπτώσεις για τις τράπεζες είναι μια άλλη αιτία ανησυχίας. Η αύξηση της αφερεγγυότητας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων θα μπορούσε να επιφέρει επιπτώσεις, ικανές να δημιουργήσουν έκρηξη των επισφαλών απαιτήσεων – και ενδεχόμενες διαγραφές οφειλών, με ότι αυτό σημαίνει για την κεφαλαιακή επάρκεια κάθε τράπεζας – έως και χρεοκοπία κάποιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Σε χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο – κυρίως από τη Νότια Ευρώπη – οι δείκτες κεφαλαίου CET1 (βασικό μέτρο της οικονομικής τους δύναμης) θα μπορούσαν να μειωθούν κατά πάνω από 2 ποσοστιαίες μονάδες. Οι μικρότερες τράπεζες θα πληγούν ακόμη περισσότερο, καθώς συχνά ειδικεύονται στο δανεισμό σε μικρότερες επιχειρήσεις: το ένα τέταρτο από αυτές θα μπορούσε να παρουσιάσει πτώση τουλάχιστον 3 ποσοστιαίων μονάδων στους δείκτες κεφαλαίου τους, ενώ το 10% θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ακόμη μεγαλύτερη πτώση, ανερχόμενη σε τουλάχιστον 7 ποσοστιαίες μονάδες.

«Οιονεί» ενέσεις ισοτιμίας.

Σε σύγκριση με τις προηγούμενες κρίσεις, αυτή τη φορά υπάρχει μια σαφέστερη υποστήριξη της φερεγγυότητας από τις κυβερνήσεις. Λόγω του τεράστιου μεγέθους του προβλήματος, το κόστος των πτωχεύσεων στην κοινωνία υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος τους για μεμονωμένους οφειλέτες και πιστωτές. Για παράδειγμα, εάν ένα κύμα αφερεγγυότητας κατακλύζει την Αγορά, θα υπάρξει πιθανότητα ακόμη και βιώσιμες εταιρείες να αποτύχουν να αναδιαρθρωθούν και ακολουθώντας το κύμα, στο τέλος να εκκαθαριστούν. Οι απώλειες σε παραγωγικά δίκτυα, ανθρώπινο κεφάλαιο και θέσεις εργασίας, θα είναι ανυπολόγιστες.

Στην πράξη, οι χώρες με επαρκή δημοσιονομικό χώρο, διαφάνεια και υπευθυνότητα θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο εισφορών οιονεί μετοχών σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Πράγματι, αρκετοί ήδη διερευνούν ενεργά αυτήν την επιλογή, ιδίως στην Ευρώπη. Μια προσέγγιση είναι οι κυβερνήσεις να επεκτείνουν τα «δάνεια συμμετοχής στα κέρδη» μέσω νέων δανείων ή μετατροπής των υπαρχόντων. Αυτά τα δάνεια θα ήταν πιο περιορισμένα, από όλες τις άλλες υπάρχουσες απαιτήσεις χρέους και η αποπληρωμή τους θα μπορούσε εν μέρει να ευρετηριαστεί στα κέρδη της εταιρείας. Η στόχευση στην εξεύρεση των σωστών επιχειρήσεων – αυτών δηλαδή που καθίστανται αφερέγγυες λόγω συγκυρίας, αλλά είναι βιώσιμες και ικανές να επανέλθουν πλήρως – είναι μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση. Για το λόγο αυτό, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να περιορίσουν την υποστήριξή τους σε ιδιώτες επενδυτές (όπως τράπεζες) που εισάγουν ίδια κεφάλαια, κάτι που θα επέτρεπε στην αγορά να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στον προσδιορισμό μιας επιχείρησης ως βιώσιμης ή όχι. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιρλανδία πρότειναν ή θέσπισαν πολιτικές για να παρακινήσουν τους ιδιώτες επενδυτές να συνεισφέρουν στα ίδια κεφάλαια. Η υποστήριξη θα μπορούσε επίσης να κλιμακωθεί με την πάροδο του χρόνου, και οι νέες δόσεις να αναπτυχθούν μόνο καθώς εξαλείφεται η αβεβαιότητα βιωσιμότητας.

Οι στοχευμένες οιονεί μετοχές θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματικές και ισχυρές από την παροχή υποστήριξης σε όλες τις εταιρείες. Η έγχυση μιας τέτοιας λύσης από άκρου σε άκρο του επιχειρηματικού φάσματος, ωφελεί δύο τύπους εταιρειών που δεν πρέπει να λάβουν υποστήριξη φερεγγυότητας : αυτές που δεν τη χρειάζονται επειδή είναι αξιόπιστες ακόμη και εν μέσω της κρίσης και εκείνες που θα ήταν αφερέγγυες ακόμη και χωρίς την πανδημία – και άρα λιγότερο παραγωγικές. Ενδεικτικά, ένα στοχευμένο πρόγραμμα στήριξης με προϋπολογισμό περίπου μισό τοις εκατό του συνολικού ΑΕΠ των 20 χωρών που αναλύθηκαν θα μπορούσε να επαναφέρει πάνω από το 80% των σωστών επιχειρήσεων (βιώσιμες αλλά επί του παρόντος αφερέγγυες) με μηδενικά καθαρά Ίδια Κεφάλαια (ο πλέον απλοποιημένος ορισμός της φερεγγυότητας). Αυτό είναι πάνω από τέσσερις φορές περισσότερο από ό, τι θα επιτευχθεί με μια γενική προσέγγιση που υποστηρίζει όλες τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις χωρίς διάκριση.

Ενίσχυση μηχανισμών αφερεγγυότητας και αναδιάρθρωσης χρέους

Ακόμη και με μέτρα δημόσιας στήριξης, οι αφερεγγυότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι πιθανό να αυξηθούν. Ως εκ τούτου, ένα ολοκληρωμένο σύνολο εργαλείων που στοχεύουν στην έλλειψη αξιόχρεου και σε αναδιάρθρωση χρέους θα χρειαστεί για να αντιμετωπίσει το σύστημα την πρόσθετη πίεση. Αυτά τα εργαλεία περιλαμβάνουν εξειδικευμένους εξωδικαστικούς μηχανισμούς, υβριδική αναδιάρθρωση και ενισχυμένες διαδικασίες αφερεγγυότητας – για παράδειγμα, απλοποιημένη αναδιοργάνωση για μικρότερες εταιρείες. Δεδομένου ότι οι εκκαθαρίσεις μπορεί να είναι υπερβολικές ακόμη και υπό τις διαδικασίες αφερεγγυότητας που λειτουργούν σωστά, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να παράσχουν οικονομικά κίνητρα ώστε οι επιχειρήσεις να επιλέγουν μεθόδους αναδιάρθρωσης.

Για να εξασφαλιστεί μια ισχυρή ανάκαμψη, οι κυβερνήσεις στις προηγμένες οικονομίες πρέπει να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους της πίεσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων Ο συνδυασμός της συνεχούς υποστήριξης ρευστότητας, των οιονεί μετοχικών εισφορών και των βελτιωμένων μηχανισμών αναδιάρθρωσης θα μπορούσε να υλοποιήσει δημιουργικά αυτόν τον στόχο.

Για την έρευνα έχουν συνεργαστεί οι κκ Federico J. Díez (οικονομολόγος στη Μονάδα Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Τμήματος Έρευνας του ΔΝΤ), Romain Duval (Βοηθός Διευθυντής στο Τμήμα Έρευνας του ΔΝΤ, όπου ηγείται της ατζέντας για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις), Chiara Maggi (οικονομολόγος στο Τμήμα Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ασίας του ΔΝΤ) και  Nicola Pierri (Οικονομολόγος στο Μακροοικονομικό Τμήμα του Τμήματος Έρευνας του ΔΝΤ)
Πηγή : imf.org

Share This Story, Choose Your Platform!