Η Νέα Υόρκη των αρχών του 19ου αιώνα έδινε την εικόνα του μέλλοντος : Στην ουσία δεν ήταν μια πόλη, αλλά ένα “έργο σε εξέλιξη”. Ένα αρχιτεκτόνημα  υπό ανέγερση, σε συνδυασμό με έναν πληθυσμό ετερογενή στην καταγωγή του, πολυποίκιλο στην συμπεριφορά του, πολυσύνθετο στις αναζητήσεις του. Και κατά βάση, έναν πληθυσμό που μιλούσε  πολλές και διαφορετικές γλώσσες. Αυτό το ετερόκλητο πλήθος όμως είχε ένα κοινό χαρακτηριστικό : το λόγο που το οδήγησε στο πέρασμα του Ατλαντικού Ωκεανού. Αυτός ο λόγος επί της ουσίας είχε περιεχόμενο οικονομικό (και μόνο δευτερευόντως κοινωνικό).

Οι Ολλανδοί, οι Ιρλανδοί, οι Γερμανοί και οι λοιποί Ευρωπαίοι που διέσχισαν την απέραντη θάλασσα, προκειμένου να αντικρύσουν τη Νέα Γη, επιθυμούσαν να κερδίσουν από την εκμετάλλευση της. Μακριά από τα δεσμευτικά πλαίσια των κατά τόπους μερκαντιλιστικών μοντέλων, ασφαλείς από τους αφελείς και ανυπόστατους οικονομικά προστατευτισμούς, οι Ευρωπαίοι άποικοι, πάτησαν τα πόδια τους στις αμερικάνικες ακτές με ένα δημιουργικό όραμα να τους συνοδεύει. Και αυτή τους η επιθυμία ήταν σαφής. Άλλωστε, λίγα μόνον χρόνια μετά τη γέννηση του Αμερικάνικου Έθνους, ολόκληρη η χώρα βρισκόταν σε έναν γόνιμο αναβρασμό. Το εμπόριο κάλπαζε, η βιομηχανία αναπτύσσονταν, η καινοτομία βρισκόταν στο επίκεντρο, καθιστάμενη ως ζητούμενο για περεταίρω εξέλιξη. Παράλληλα οι κοινωνικές συνθήκες ήταν εξαιρετικές σε σχέση με την Ευρώπη, όπου τα θρησκευτικά και τα εθνικιστικά πάθη αποτελούσαν διαρκή αιτία αναταραχών τοπικού ή και ευρύτερου χαρακτήρα, με μόνιμο θύμα το εμπόριο και την επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας.

Η τοποθέτηση του οικονομικού γίγνεσθαι στο βάθρο του συνόλου των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, έθεσε συγκεκριμένες προδιαγραφές, σχετικά με τις μεθόδους που έπρεπε να ακολουθηθούν, ώστε να υπάρξει αποτέλεσμα. Στην κορυφή όλου αυτού του σκεπτικού, βρέθηκε η έννοια της “πόλης” . Η τεχνική αυτή είχε ακολουθηθεί με επιτυχία στη γενέθλια γη της Ευρώπης, όπου ο καπιταλισμός άνθισε εντός των τοιχών του άστεως. Όπως όμως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτό το άστυ, είχε έντονα χρωματιστεί από μη-οικονομικά χαρακτηριστικά, με συνέπεια να μην καθίσταται λειτουργικό σε πλήρη βαθμό.

Υπό το πρίσμα αυτό ετέθη από τα πρώτα χρόνια μετά το 1800, το ζήτημα της οικονομικής λειτουργικότητας της τεράστιας επικράτειας περί και εντός της Νέας Υόρκης, ως της βασικής εμπορικής πύλης προς την απέραντη αμερικάνικη ενδοχώρα. Αποτέλεσμα αυτού του δημόσιου διαλογισμού, υπήρξε το περίφημο Σχέδιο των Επιτρόπων του 1811. Το Σχέδιο, είχε ως βάση του το συντονισμό ενός τεράστιου ετερόκλητου πληθυσμού, έναντι της επίτευξης ενός κοινού (οικονομικού) στόχου. Και πως αυτό επετεύχθη : Με την απλή λογική. Η Νέα Υόρκη ανασχεδιάστηκε  τοπογραφικά, με τελικό σκοπό να αποκτήσει το αποτύπωμα ενός πελώριου πολεοδομικού πλέγματος, το οποίο θα συνέθεταν κάθετοι μεταξύ τους δρόμοι και λεωφόροι, δεδομένου πλάτους. Εν συνεχεία δε, οι δρόμοι αυτοί ονοματίστηκαν με γράμματα και αριθμούς, ώστε να είναι εύκολο στον κάθε εθνικής προέλευσης κάτοικο να μετακινηθεί από το βορειότερο στο νοτιότερο άκρο του Μανχάταν, χωρίς να δυσκολευθεί καθόλου. Εδώ συναρτάει κανείς το φιλελεύθερο δημοκρατικό υπόβαθρο της φιλοσοφίας του σχεδίου : Τα γράμματα και οι αριθμοί καθιστούς τους πάντες ίσους μεταξύ τους. Η επιλογή αυτού του εργαλείου υποβοήθησε σημαντικά στην γενικότερη πολιτισμική αφομοίωση ανθρώπων με γιγάντιες διαφορές στην κουλτούρα, την αντίληψη και στις εν γένει προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Ίσως φαίνεται υπεραπλουστευμένο. Δεν είναι όμως.

Στην παραθαλάσσια περιοχή, όπου η ακτογραμμή προέβαλε προβλήματα στην τήρηση των πιο πάνω προδιαγραφών, αποφασίστηκε οι δρόμοι να έχουν ενιαία μικρότερο πλάτος, σε όφελος του επιλυμένιου χώρου και των περί αυτού δραστηριοτήτων, καθώς αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος που είχε τεθεί στο επίκεντρο όλου του σχεδιασμού : η εξυπηρέτηση των εμπορικών συναλλαγών. Η τελική υλοποίηση του μεγαλεπήβολου Σχεδίου, άλλαξε την οικονομική – και φυσικά όχι μόνον – ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και ολόκληρου του υπόλοιπου κόσμου. Η εμβληματική Ανατολική Εμπορική Πύλη προς έναν Νέο Κόσμο, είχε ξεφύγει πλέον από το να χαρακτηρίζεται ως μια απλή μεγαλούπολη: Ήταν πλέον ο λειτουργικός πυρήνας του Διεθνούς Εμπορίου, αλλά και το σημειολογικό σύμβολο του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Καπιταλισμού, ο οποίος ετοιμαζόταν να κατακτήσει τον κόσμο.

Υπήρξε και ένα άλλο όμως αποτέλεσμα από την επιτυχία αυτού του Σχεδίου. Αποδείχθηκε ότι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως “πολεοδομικό αστικό αποτύπωμα”, αποτελεί τον πλέον έγκυρο δείκτη αναφοράς, σχετικά με την ποιότητα διεξαγωγής των οικονομικών λειτουργιών σε μια δεδομένη περιοχή, ή και ευρύτερα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Από κτήσεως και ηγεμονίας της κλασσικής Αθήνας, αυτό που σήμερα ορίζουμε ως Φιλελεύθερη Δημοκρατία – και στο οποίο αποδίδεται μια δεδομένη οικονομική φυσιογνωμία – απαιτεί εξαιρετικά συγκεκριμένους πολεοδομικούς όρους, ώστε να αναπτυχθεί. Οι όροι αυτοί πρέπει να είναι σαφείς και κατανοητοί, σταθεροί και μακροχρόνιας ισχύος, λειτουργικοί ως προς τη δράση αυτών τους οποίους εξυπηρετούν. Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον δε, να παρατηρήσει κάποιος ότι η καθαρότητα και το περιεχόμενο αυτών των προδιαγραφών (που σχετίζονται με ένα πολεοδομικό αποτέλεσμα) θα μπορούσαν να περιγράφουν τις συνθήκες βάσει των οποίων πρέπει να συνδράμουν την οικονομία και οι φορολογικές αρχές. Βλέποντας τη θέα από ένα διαφορετικό παράθυρο, θα διακρίνει κάποιος ότι χώρες που ασκούν πρωταθλητισμό στη διαφθορά, δεν φημίζονται για τη λειτουργική πολεοδομική  φυσιογνωμία των αστικών τους κέντρων. Και συνήθως, σε πρωταγωνιστικό ρόλο υπέρ αυτής  της διαφθοράς, αναδεικνύονται οι Πολεοδομικές και συναφείς (κρατικές) υπηρεσίες. Στην Ελλάδα μάλιστα αυτό το γνωρίζουμε άριστα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από το 2009 έως σήμερα έχουν ψηφιστεί τέσσερα νομοσχέδια με σκοπό την τακτοποίηση ή τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων (ν.3775/2009 – Σουφλιάς, ν.3843/2010 – Μπιρμπίλη, ν.4014/2011 – Παπακωνσταντίνου, ν.4178/13 – Καλαφάτης). Κλωθογυρίζοντας πέριξ μιας άβουλης και απρόθυμης πολιτικής, κάθε νομοθετική πράξη οδηγεί στην προσμονή της επόμενης. Είναι και πάλι χαρακτηριστική η ομοιότητα, στη συχνότητα και στο πλήθος παραγωγής φορολογικών και συναφών νομοθετημάτων.

Η ανεπάρκεια του πολεοδομικού κώδικα και η διαρκής παραβίασή του, έχει ένα τριπλό τελικό αποτέλεσμα : πρώτον, οδηγεί σε αναρχία το αστικό (και μη) τοπίο, καταργώντας τις όποιες συνθήκες αξιοποίησης και υποθηκεύοντας περιουσιακά στοιχεία σε μόνιμο καθεστώς οικονομικής απαξίωσης. Δεύτερον, οδηγεί σε στρεβλά και αποκρουστικά μοντέλα ανάπτυξης, εάν και εφόσον βέβαια αυτά επέλθουν. Αυτού του τύπου η ανάπτυξη δε, συνοδεύεται και από χυδαίας μορφής ανάδειξης αισθητικών και κοινωνικών προτύπων. Τρίτον, δημιουργεί και εν συνεχεία, συντηρεί μια ατελείωτη σειρά από μικροσυμφέροντα, καθώς οι γεννήτορες των παραβιάσεων έλκουν ετερόκλητη καταγωγή και οι ιδιοτελείς σκοποί τους διαρκώς συγκρούονται. Και πάλι, η σύγκριση αυτών των συνεπειών σε σχέση με εκείνες που προκύπτουν από τη φορολογική νομοθεσία, αποδεικνύει το πόσο η μια στρέβλωση τρέφεται από την άλλη.

Το πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, που θα μπορούσε να αφήσει ως κληροδότημα στο κοινωνικό σώμα η τρέχουσα οικονομική συγκυρία, είναι η κατανόηση του ότι η Οικονομία είναι ο στόχος και η Πολιτική αποτελεί το εργαλείο της επίτευξής του. Η Οικονομία άρχει και προηγείται. Η Πολιτική έπεται και ακολουθεί, τροποποιώντας κατάλληλα τον περιβάλλοντα χώρο προς απόλυτη εξυπηρέτηση της Οικονομίας. Όλα τα ενδιάμεσα προβλήματα έχουν τακτοποιηθεί ανά τους αιώνες και ιδιαιτέρως δε μετά τη μεγάλη Αστική Επανάσταση και την επικράτηση του Διαφωτισμού. Το Σχέδιο των Επιτρόπων, επ’ αφορμή του οποίου εξετέθησαν όλες αυτές οι σκέψεις, απέδειξε ότι μία είναι η οδός για την επίλυση του πιο σύνθετου και δυσεπίλυτου γρίφου : ο απλός κοινός νους. Στην Ελλάδα σήμερα, τούτη η έννοια, αποτελεί ζητούμενο. Έναντι του Σχεδίου των Επιτρόπων, είναι ανάγλυφο το στρεβλό αποτύπωμα σειράς “Επιτροπών με Σχέδια”.

By Published On: 19 Ιουλίου, 2019Categories: Δημοσιεύσεις0 Comments

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα