Ο πληθωρισμός αναγνωρίζεται μαζί με το δείκτη απασχόλησης ως οι  δύο ουσιωδέστερες παράμετροι του μακροοικονομικού οικοδομήματος. Το Κεϋνσιανό  υπόδειγμα, ξεφεύγοντας καθ΄ ολοκληρίαν από τις μικροοικονομικές δεσμεύσεις των κλασσικών και νεοκλασσικών οικονομικών, πρότεινε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης της οικονομικής πραγματικότητας, εγκαταλείποντας το μέρος και κατοπτεύοντας το όλον.  Μάλιστα δε, υπέστη και υφίσταται ακόμη τεράστια κριτική ακριβώς για το ότι στερείται εντελώς μικροοικονομικού υποδείγματος. Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής, έτσι όπως σε πλήρη ανάπτυξη διατυπώθηκε κατ’ αρχάς με τη Γενική Θεωρία του Κέυνς, ποιοτικοποίησε την οικονομική ανάλυση κατά την μέθοδο της ανάγνωσης  της  επιρροής της απασχόλησης εντός του παραγωγικού κυκλώματος. Το πρώτιστο (σε σειρά εμφάνισης αλλά και σε θεωρητική σημασία ίσως) συμπέρασμα του Κέυνς, σχετίζεται με τον ορισμό της ενεργού ζητήσεως (effective demand). Την εκκαθάριση δηλαδή της ζήτησης ως μετρήσιμης συνιστώσας, που προκαλείται από τους απασχολούμενους δρώντες και όχι από το σύνολο του πληθυσμού. Αυτός ο τόσο κομψός και λεπτός διαχωρισμός, ουσιαστικά πλάθει ολόκληρη την Κεϋνσιανή πρόταση. Αυτό είναι το θεωρητικό εργαλείο και το όχημα πρόωσης ολόκληρης της Γενικής Θεωρίας. Ουσιαστικά ο Κέυνς, ερχόμενος αντιμέτωπος με τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην καθημερινότητα της οικονομικής δραστηριότητας, επιλέγει αντίπαλο : θεωρεί πως η ανεργία αποτελεί την πηγή των δεινών, καθώς η παρουσία της στερεί από παραγωγικούς πόρους το σύστημα, προκαλεί ανισορροπίες στις τιμές, έως και αναταράξεις στη ρευστότητα, καθώς μειώνεται η αποταμίευση και κατά συνέπεια συρρικνώνονται οι τραπεζικές καταθέσεις κατά το ποσοστό εκείνο που προέρχεται από καταθέσεις του ενεργού πληθυσμού.

Άλλωστε ας γινόταν και διαφορετικά : την εποχή του μεσοπολέμου, με την Οικονομική Κρίση να απειλεί  το σύνολο του Δυτικού Κόσμου – και τελικά να καταπίνει μέσω των Ολοκληρωτισμών σημαντικό του τμήμα – το “κοινωνικό”  αποτύπωμα της επιδιωκόμενης λύσης, είχε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από το “οικονομικό”. Το φάρμακο της δημοσιονομικής επέκτασης φαινόταν το πλέον δραστικό και αποτελεσματικό. Παράλληλα οι Διεθνείς Σχέσεις περιλαμβάνοντας στο πρωτόκολλο εφαρμογής τους το ενδεχόμενο πολεμικών διευθετήσεων, προέβλεπαν και ευνοούσαν τεράστιες αμυντικές δαπάνες. Οι πληθωριστική υπερθέρμανση της οικονομίας  μπορούσε να γίνει αποδεκτή χωρίς κανείς να το αντιληφθεί.

Κανείς ; Στη Γερμανία την ίδια εκείνη ώρα, ο πληθωρισμός κάλπαζε με αστρονομικούς ρυθμούς, αφανίζοντας πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά  το όλον της χώρας. Οι πολεμικές αποζημιώσεις για την ήττα του ’18, εκτός του ότι δεν ήταν δυνατόν να καλυφθούν, ροκάνισαν το σύνολο των δομών του κοινωνικού ιστού, αφήνοντας άφθονο ζωτικό χώρο σε μια μοιραία σύγκρουση ακραίων με τελικό θριαμβευτή τον Εθνικοσοσιαλισμό. Ο μίτος του Γερμανικού λαβυρινθώδους οικονομικού προβλήματος ήταν ο πληθωρισμός και όχι η ανεργία.  Η πλήρης αποδόμηση του παραγωγικού ιστού προκλήθηκε από την κατάρρευση του εθνικού νομίσματος, συνεπεία μιας ανεξέλεγκτης και φρενήρους  πληθωριστικής κούρσας. Η εντύπωση που ιστορικά έχει καταγραφεί πως οι ατελείωτες φάλαγγες ανέργων επάνδρωσαν και ενσάρκωσαν το Χιτλερικό όραμα είναι αληθής. Ο λόγος όμως για τον οποίο όλος αυτός ο πληθυσμός βρέθηκε εκτός ενεργούς οικονομίας ήταν η ρίζα του προβλήματος. Και ο λόγος αυτός ήταν ο πληθωρισμός.

Ένας απλός κανόνας του πληθωρισμού αναφέρει πως το φαινόμενο σχετίζεται με την επιμέτρηση του γενικού επιπέδου τιμών, στη βάση συγκεκριμένης χρονικής αναφοράς. Αύξηση των τιμών σημαίνει πληθωρισμός. Μείωση ίσον αποπληθωρισμός. Το ζήτημα όμως είναι ποιοτικό : πρόκειται για νομισματική ή για δημοσιονομικό πρόβλημα. Είναι δηλαδή η υπερβάλλουσα προσφορά χρήματος που δημιουργεί πληθωρισμό ή οι αξίες πληθωρίζονται από εξωγενείς παρεμβάσεις όπως για παράδειγμα μια κυβερνητική απόφαση για αύξηση του γενικού επιπέδου μισθών ή για τόνωση των δημοσίων επενδύσεων ;

Η γοητεία της Κεϋνσιανής οικονομικής βασίστηκε ολοκληρωτικά στην άποψη πως ο πληθωρισμός είναι ένα μη νομισματικό γεγονός. Εξ αυτού είναι δημιούργημα πολιτικής με τη στενή έννοια του όρου. Η παρέμβαση σε μεγέθη και παραμέτρους  που εμπεριέχουν αυτοματισμούς ισορροπίας, όπως είναι το επίπεδο των μισθών, ορίζεται από εξωοικονομικά κριτήρια. Αυτές οι μοχλεύσεις παράγουν κοινωνικά αποτελέσματα (πχ εργασιακή ειρήνη), αλλά μεσομακροπρόθεσμα οδηγούν σε στρεβλώσεις καθώς απλώς μετακυλύουν  το κόστος σε μελλοντικό (και άγνωστο) χρόνο.  Τα Κεϋνσιανά οικονομικά πέτυχαν τη δεκαετία του ’50 και του ’60 όσο τα ερείπια του πολέμου κάπνιζαν. Όταν όμως η ζήτηση υπέπεσε σε κόπωση και η οικονομία εν γένει σε υπερθέρμανση, δεν ήταν εύκολο να δοθεί καν μια απλή ερμηνεία. Ταυτόχρονα δε κατέπεσε και η “εμπειρική επαλήθευση” του Κεϋνσιανού λόγου , πως δηλαδή πληθωρισμός και ανεργία αποτελούν αντίρροπες δυνάμεις (η εξίσου γοητευτική αλλά τόσο απλοϊκής λογικής καμπύλη Phillips). Ο στασιμοπληθωρισμός των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’70, (η συνύπαρξη πληθωρισμού και ανεργίας) έδωσε το τελειωτικό χτύπημα.

Ανακεφαλαιώνοντας έως εδώ : ο πληθωρισμός είναι νομισματικό φαινόμενο. Και εννοιολογικά άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό. Η δημοσιονομική πειθαρχεί μπορεί να παράξει μόνον πληθωρισμό, παρά τα (εξαιρετικώς) βραχυπρόθεσμα οφέλη που μπορεί να προσδώσει. Η αναδιάταξη των παραμέτρων της δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής, μπορεί να αποδώσει μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις :  Να μην παραχθούν ελλείμματα, να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένοι στόχοι, να μην αυξηθεί ο δανεισμός, να υπάρχει χρονοδιάγραμμα και οδικός χάρτης εφαρμογής. Σε κάθε άλλη περίπτωση, προεξοφλούνται πρόσκαιρα ωφελήματα  και εγγράφονται σημαντικές μελλοντικές υποχρεώσεις. Το χειρότερο όλων είναι πως ο πληθωρισμός ως αποτέλεσμα γενικευμένης δημοσιονομικής παρέμβασης, παράγει ανεργία με δομικά χαρακτηριστικά, καθώς μεσομακροπρόθεσμα η ανισορροπία αξίας χρήματος και απόδοσης κεφαλαίου καθιστά τις παραγωγικές επενδύσεις ολοένα και πιο αναποτελεσματικές.

Στην παρούσα οικονομική συγκυρία, η ανεργία είναι θηριώδης και τα πληθωριστικά μεγέθη αρνητικά. Ο Κέυνς και ο Φίλλιπς είχαν δίκιο ;

Θεωρώ πως όχι. Ο πληθωρισμός είναι αρνητικός, αλλά αυτό έχει προέλθει από δημοσιονομική συρρίκνωση. Η προσφορά χρήματος, αποτυπωμένη από τα επιτόκια δανεισμού είναι σε φυσιολογικά επίπεδα. Ουσιαστικά δηλαδή το σύστημα διορθώνει την παλαιά στρέβλωση με μια νέα, καθώς εάν προχωρούσαμε σε αναπτυξιακά μέτρα με ταυτόχρονη υπερθέρμανση της οικονομίας, μετά από λίγα χρόνια πάλι τα ίδια προβλήματα θα αντιμετωπίζαμε. Η ανεργία θα μειωνόταν, αλλά η χαμένη αξία του πληθωρισμένου ευρώ θα οδηγούσε τους επενδυτές σε χώρες όπου η απόδοση του κεφαλαίου τους θα αντιστάθμιζε τη χαμένη αξία των χρημάτων τους.  Έτσι και πάλι η μειωμένη παραγωγικότητα θα αντιστοιχιζόταν με αυξημένη ανεργία. Επιπλέον δε, πληθωρισμένο νόμισμα σημαίνει αύξηση στα επιτόκια χορηγήσεων και άρα ακριβότερη ρευστότητα. Τέλος, το οικοδόμημα συμπληρώνουν οι απαραίτητα αυξημένοι φορολογικοί συντελεστές.

Η οικονομία της δεκαετίας του ’30 ήταν μια ασπρόμαυρη απλοϊκή διαδικασία εξαιρετικά κλειστού χαρακτήρα. Οι άνθρωποι της δεκαετίας του ’30 ήταν ξένοι με μας και επεδίωκαν εντελώς διαφορετικά πράγματα. Πέρα από το τι είναι πληθωρισμός και τι ανεργία, πέρα από το πώς αυτή η σημερινή Κρίση θα καταστεί παρελθόν, το βασικό εργαλείο για να δοθεί η λύση είναι αυτό : Δεν είναι δυνατόν να διευθετήσεις τα προβλήματα του παρόντος με τη λογική του παρελθόντος. Ίσως και ο Κέυνς εάν ζούσε σήμερα, κάτι τέτοιο να πρέσβευε. Γιατί, ανεξάρτητα που συμφωνεί ο καθένας με τα γραπτά και τα λεγόμενα του μεγάλου Βρετανού οικονομολόγου, είναι βέβαιο πως πάνω από όλα το πνεύμα της διδασκαλίας του ήταν εξαίρετα πρακτικό. Καθόλου ρομαντικό ή ευαίσθητο. Μήπως όσοι τον επικαλούνται, απλώς δεν τον έχουν διαβάσει;

By Published On: 19 Ιουλίου, 2019Categories: Δημοσιεύσεις0 Comments

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα