Μπορεί μια χώρα να προσφέρει υψηλά επιδόματα και, ταυτόχρονα, να διατηρεί χαμηλά το δείκτη ανεργίας ;

Το άρθρο αυτό περιέχεται στο Special Report της έντυπης του περιοδικού Economist και συμπεριλαμβάνεται σε ένα κύκλο άρθρων με το γενικό τίτλο ” Πως τα κατάφεραν οι Δανοί”

Ένα κείμενο που εκδόθηκε από τρεις οικονομολόγους στις αρχές του 2015 κατέληξε σε ένα σκληρό συμπέρασμα. Εξέταζε τι είχε προκαλέσει αύξηση της απασχόλησης στις ΗΠΑ κατά το προηγούμενο έτος. Η έκρηξη της απασχόλησης συνέπεσε με μια – κοινωνικά αντιδημοφιλή – Ρεπουμπλικανική μεταρρύθμιση ώστε να καταστούν τα επιδόματα ανεργίας λιγότερο γενναιόδωρα. Οι συγγραφείς απέδειξαν, πειστικά, ότι το ένα προκάλεσε το άλλο, με τη μείωση του οφέλους που οδήγησε στη δημιουργία 1,8 εκατομμυρίων επιπλέον θέσεων εργασίας το 2014 – περίπου τα δύο τρίτα του συνόλου.

Η ιδέα ότι η πλούσια κοινωνική πολιτική αποθαρρύνει την διαδικασία εύρεσης εργασίας, ενώ η περικοπές επιδοματικών δαπανών οδηγούν τους ανέργους στην αναζήτηση απασχόλησης με μεγαλύτερη ζέση, γίνεται ευρέως αποδεκτή όχι μόνο από τους οικονομολόγους αλλά και από τους περισσότερους πολιτικούς και ψηφοφόρους. Κανείς δεν κερδίζει σήμερα εκλογές, εάν υπόσχεται να διαθέσει δημόσιο χρήμα σε επιδόματα. Γι ‘αυτό είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι η χώρα με την πιο γενναιόδωρη προσφορά παροχών σε ανέργους στον κόσμο έχει ταυτόχρονα μια από τις πλέον λειτουργικές και εύρυθμες αγορές εργασίας.

Οι κοινωνικές παροχές στη Δανία, αγγίζουν – μετά από 6 μήνες στα μητρώα ανεργίας – 80% του μισθού που είχε προηγουμένως ο ωφελούμενος. Εν γένει στο δυτικό κόσμο, το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν 60%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι κάτω του 50%, ενώ οι ΗΠΑ είναι ακόμη πιο ασταθής. Ένα ζευγάρι Δανών, που θα βρεθεί σε καθεστώς ανεργίας, υπό συνθήκες, μπορούν να αναπληρώσουν το εισόδημά τους σχεδόν κατά 100%.


Η γενναιοδωρία του κοινωνικού κράτους στη Δανίας βρίσκεται στον αντίποδα των όσων – φιλελευθέρων – ισχύουν στο καθεστώς λειτουργίας των συμβάσεων εργασίας. Είναι ένας συνδυασμός που ονομάζεται «ευελιξία με ασφάλεια». Οι Δανοί εργοδότες μπορούν να προσλαμβάνουν και να απολύουν εργαζόμενους όσο θέλουν. Οι δουλειές λοιπόν έρχονται και φεύγουν, αλλά τα εισοδήματα των ανθρώπων είναι σταθερά. Ωστόσο, η γενναιοφροσύνη του κράτους δεν έχει ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό κρατικοδίαιτων πολιτών εκτός παραγωγικής διαδικασίας. Το ποσοστό ανεργίας στη Δανία είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο του πλούσιου κόσμου και το ποσοστό απασχόλησης σε ηλικία εργασίας είναι υψηλότερο. Η μακροχρόνια ανεργία είναι χαμηλή. Όταν οι Δανοί χάνουν δουλειά, βρίσκουν μια νέα γρηγορότερη από σχεδόν οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ .

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Δανία δυσκολεύει τους ανθρώπους να ζουν εκτός ευημερίας. Οι παραλήπτες πρέπει να υποβάλουν το βιογραφικό τους σημείωμα, σε αρμόδιο υπάλληλο εντός δύο εβδομάδων από την απώλεια της εργασίας τους. Εάν ο άνεργος δεν ενσκήψει σοβαρά, αναζητώντας εργοδότη, κινδυνεύει να διαγραφεί. Κατ’ ελάχιστον οφείλει να παρακολουθεί επιμορφωτικά προγράμματα. Ως μερίδιο του ΑΕΠ, η Δανία δαπανά τέσσερις φορές περισσότερο από μια μέση χώρα του ΟΟΣΑ , και περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, σε «ενεργές πολιτικές για την αγορά εργασίας» προκειμένου οι Δανοί πολίτες να έχουν απασχόληση.

Αυτό είναι ένα δύσκολο μάθημα, για όσους υποστηρίζουν τα πιο γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας. Η απλή αύξηση των παροχών μπορεί να αποτρέψει την απασχόληση, όπως συνέβη στις ΗΠΑ πριν από το 2014. Παρά ταύτα, για να εφαρμοστεί ένα τέτοιο σχέδιο απαιτούνται μαζικές επενδύσεις στην εκπαίδευση, αλλά και η οικοδόμηση ενός λειτουργικού πλαισίου επιμελητείας του εργατικού δυναμικού, με λεπτομερή καταγραφή και παρακολούθηση όλων, όσων εργάζονται και όσων βρίσκονται εκτός εργασίας. Εν τέλει, ένα πολύ καλό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι πάντοτε ακριβό.

Το οικονομικό προφίλ της Δανίας

Η Δανία έχει πληθυσμό 5,8 εκατομμυρίων κατοίκων. Εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση – τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα – το 1973, μαζί με την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ένταξή της, προήλθε ως αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος – την 11 Οκτωβρίου 1972 – κατά το οποίο, το 63,3% τάχθηκε υπέρ της εισόδου στην – τότε – Κοινή Αγορά, ενώ το 36,7% επιφυλάχθηκε ψηφίζοντας όχι. Ωστόσο, είναι άξιο λόγου, το ότι η συμμετοχή ανήλθε σε ποσοστό 90,1%.

Αιτία του δημοψηφίσματος υπήρξε η αδυναμία της βουλής να υπερψηφίσει τη Συνθήκη Ένταξης με την πλειοψηφία των 5/6, όπως όριζε το Σύνταγμα της χώρας.

Την 2α Ιουνίου 1992, όμως, με οριακή πλειοψηφία (50,7 έναντι 49,3), οι Δανοί απέρριψαν τη Συνθήκη του Μααστριχτ. Το δημοψήφισμα επαναλήφθηκε έντεκα μήνες μετά (18 Μαϊου 1993), οπότε η Συνθήκη υπερψηφίστηκε με 56,7%. Ωστόσο, με τη Συμφωνία του Εδιμβούργου, το Δεκέμβριο του 1992, η Δανία είχε εξασφαλίσει το δικαίωμα στη μη-συμμετοχή της στο υπό σχεδιασμό – τότε – κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.

Την 28η Σεπτεμβρίου 2000, οι Δανοί ξαναψήφισαν αρνητικά για τη συμμετοχή τους στην Ζώνη του Ευρώ (53,2% εναντίον). Η τελευταία απόπειρα εισόδου, διενεργήθηκε την 3η Δεκεμβρίου 2015 και ήταν επίσης απορριπτική (53,1% εναντίον)

Τα βασικά οικονομικά μεγέθη της Δανίας έχουν ως εξής :

Κύριοι Δείκτες

2018

2019

2020 (εκτίμηση)

2021 (εκτίμηση)

2022 (εκτίμηση)







ΑΕΠ (σε δισ. $ ΗΠΑ)

335,68

350,10

352,24

392,57

411,25

Ρυθμός Ανάπτυξης ΑΕΠ

2,4%

2,9%

-3,3%

2,8%

2,9%

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε χιλ. $ ΗΠΑ)

61,00

60,00

60,00

67,00

70,00

Έλλειμα Γενικής Κυβέρνησης (ως % του ΑΕΠ)

-0,6%

0,5%

-0,3%

-0,4%

-0,3%

Χρέος Γενικής Κυβέρνησης (ως % του ΑΕΠ)

34,2%

33,0%

43,4%

41,6%

42,9%

Πληθωρισμός

0,7%

0,7%

0,3%

1,1%

1,4%

Ανεργία (επί του ενεργού πληθυσμού)

5,1%

5,0%

5,6%

5,6%

5,5%

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (σε δισ. $ ΗΠΑ)

25,00

31,01

27,69

31,43

32,08

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ως % του ΑΕΠ)

7,0%

8,9%

7,9%

8,0%

7,8%

Πηγές : economist.com, IMF – World Economic Outlook Database, October 2020 και διεθνής τύπος

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα