Η φορολογία αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό κρατικό έσοδο. Είναι η μια και μόνη ταμειακή εισροή πάνω στην οποία στηρίζεται σχεδόν συνολικά η εξυπηρέτηση όλων των ταμειακών εκροών του Δημοσίου. Το δε ενδεχόμενο κενό ανάμεσα στις (μικρότερες) εισροές και τις (μεγαλύτερες) εκροές καλύπτεται είτε με εσωτερικό ή εξωτερικό δανεισμό. Σημαντική λεπτομέρεια : είναι συχνότατη η επιβολή έκτακτης φορολογίας με σκοπό την εξυπηρέτηση αυτού του δανεισμού.

Αυτή η αναφορά, εμφανίζει τον τεχνικό χαρακτήρα της φορολόγησης εντός του εκάστοτε υφιστάμενου Εθνικού μακροοικονομικού κυκλώματος. Το άλλο χαρακτηριστικό της συνδέεται με τις θεωρητικές καταβολές του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Έτσι, σε ένα φιλελεύθερο μοντέλο, οι φόροι παρουσιάζονται εξαιρετικά περιορισμένοι, όπως και το μέγεθος του Κράτους που καλούνται να εξυπηρετήσουν. Αντιθέτως ένα κεντρικά σχεδιασμένο οικονομικό σύστημα, καλύπτει έναν εξαιρετικά μεγαλύτερο χώρο εντός της οικονομικής δραστηριότητας, με αναπόδραστο αποτέλεσμα υψηλούς φορολογικούς συντελεστές την ίδια ώρα που διευρύνει τη φορολογική βάση στα όριά της.

Η ιστορία μας έμαθε δύο πράγματα για τους φόρους : Πρώτον, από πλευράς οικονομικής θεωρίας, έχει πλέον αποδειχθεί ότι οι μεγάλοι φόροι επί πολλών και διαφορετικών βάσεων είτε επί του κεφαλαίου, είτε επί του εισοδήματος, οδηγούν σε πτώση των εσόδων και άρα περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας. Το Δημόσιο “εγγράφει” απαίτηση έναντι όλων αυτών των ληξιπρόθεσμων οφειλών, αλλά βέβαια αυτό δεν αποτελεί στοιχείο ενεργητικού, πολύ απλά επειδή δεν είναι εκποιήσιμο μέγεθος. Ταυτοχρόνως δε, με τα χρήματα των (ανείσπρακτων) φόρων περιμένει να τραφεί ένας μηχανισμός που πολύ γλαφυρά έχει βαπτισθεί ως Λεβιάθαν. Το δεύτερο χαρακτηριστικό έχει καταγωγή  από την πολιτική θεωρία : Κάποιοι πίστεψαν πως οι φόροι μπορούν να γίνουν μοχλός εσωτερικών αναδιανομών εντός του οικονομικού κυκλώματος. Και άρα εργαλείο άσκησης πολιτικής. Ακόμα όμως και η Μαρξιστές διαχωρίζουν τον όρο “Οικονομική Πολιτική” από την επιστήμη της “Πολιτικής Οικονομίας”. Εάν κάποιος ασπαστεί την αναγκαιότητα της άσκησης “Οικονομικής Πολιτικής” τότε θα πρέπει να αποδεχθεί πως θα αποσυναρμολογηθεί μια ολόκληρη σειρά μηχανισμών με τελική συνέπεια την δυσλειτουργία της “Πολιτικής Οικονομίας”. Για παράδειγμα, εάν πρέπει να δοθεί κάποια επιχορήγηση σε μια συγκεκριμένη ομάδα επαγγελματιών (πχ χαμηλός φορολογικός συντελεστής) είναι εξαιρετικά πιθανό το κενό που θα προκύψει στα έσοδα να πρέπει να καλυφθεί με ένα έκτακτο τέλος επί των υπολοίπων επιχειρήσεων (οι οποίες φυσικά δεν επιδοτούνται). Απλή συνέπεια αυτού του πλάνου είναι να αυξηθεί η προσφορά με προϊόντα χωρίς ζήτηση (τα επιδοτούμενα) και να αυξηθούν οι τιμές σε ζητούμενα (και μη επιχορηγούμενα) αγαθά στα οποία θα έχει μετακυληθεί η επιπλέον φορολογία.

Συμπερασματικά : Οι διεθνής εμπειρία των δεκαετιών από τις αρχές του ’60 έως τα τέλη του ’90, μας έχει διδάξει πόσο επικίνδυνο,  αλλά και αναποτελεσματικό, είναι, κατά πρώτον να επιβάλλεται υψηλή φορολογία και δεύτερον να “πειράζονται” οι προδιαγραφές και η βασική παραμετροποίηση του φορολογικού συστήματος. Είναι όμως ακριβώς έτσι;

Από τον 18ο αιώνα, η Κλασική και η Νεοκλασική Σχολή αυτά τα δύο διατείνονται. Όταν αργότερα ενέσκηψε η οικονομική κρίση του μεσοπολέμου και μαζί της ακολούθησε η Κεϋνσιανή  προσέγγιση στα οικονομικά, δημιουργήθηκε μια μικρή σύγχυση, καθώς κάποιοι νόμιζαν πως η “Γενική Θεωρία” ήταν μια εκμοντερνισμένη και σοσιαλίζουσα άποψη στα γραπτά του Μάρξ. Το κοινωνικό κράτος άνθησε, αλλά λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, μια σειρά από περιφερειακούς και μη παράγοντες γκρέμισαν την ψευδαίσθηση, υποχρεώνοντας ολόκληρο το Δυτικό κόσμο να συνυπάρξει για πάνω από 15 χρόνια με την ύφεση και το στασιμοπληθωρισμό. Η λογική επανήλθε και έγινε εξαιρετικά πειστική μέσω της τεράστιας ανάκαμψης που ακολούθησε έως τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000. Αυτά μας τα έμαθε η εμπειρία. Αλλά η εμπειρία μας έχει διδάξει και κάτι ακόμη : Πως για να κινηθεί η οικονομία χρειάζεται Κεφάλαιο. Και πως αυτό το Κεφάλαιο θα πρέπει να είναι φθηνό . Τι γίνεται λοιπόν, όταν για κάποιους λόγους το Κεφάλαιο αδρανεί ;

Εν πρώτοις θα πρέπει όλοι μας να αποδεχθούμε ότι εδώ μιλάμε για επιχειρηματικό κεφάλαιο υπό τη μορφή ακίνητης περιουσίας, χρηματικών εγγυήσεων, εξοπλισμού κλπ. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή, ο λόγος αφορά στοιχεία ενεργητικού αποτιμούμενα με σαφήνεια. Δεύτερον θα πρέπει επίσης να αποδεχθούμε ότι τίποτα δεν αδρανεί (όπως και τίποτα δεν κινείται) άνευ λόγου. Προφανώς η ακινησία προσδίδει κέρδος ή αναμονή κέρδους. Ωστόσο όμως η Οικονομία ως ενιαίος οργανισμός, αποστερείται πόρων όταν αυτοί αδρανούν. Η ακινησία αυτή δημιουργεί ένα παραγωγικό κενό. Το παραγωγικό κενό με τη σειρά του, απειλεί τις επιχειρήσεις με ενδεχόμενες απώλειες, κυρίως μέσω βραχυπρόθεσμων ανατιμήσεων στο κόστος παραγωγής. Οι αξίες των τελικών προϊόντων ανατιμώνται προληπτικά με στόχο την άμεση κάλυψη των διαφυγόντων κερδών. Και έτσι η Αγορά βγαίνει χαμένη.

Υπάρχει τρόπος να δοθεί ώθηση στο αδρανές κεφάλαιο; Δεδομένου του ότι η φύση απεχθάνεται τα κενά και δεδομένου επίσης του προαναφερθέντος “παραγωγικού κενού”, ναι, υπάρχει τρόπος και είναι “βίαιος” σύμφωνα με τις γραφές της Κλασσικής Οικονομικής Ορθοδοξίας: Η φορολογία του αδρανούς κεφαλαίου. Σας θυμίζει κάτι η φράση “χαράτσι”;

Και από το σημείο αυτό ξεκινάει η μεγάλη συζήτηση σχετικά με το (νέο ή τους παλαιούς) φόρο επί των ακινήτων. Θα ήταν τεράστια αφέλεια να επιχειρηματολογήσει κάποιος υπέρ της επιβολής του φόρου με κριτήριο την αποφυγή του “παραγωγικού κενού”. Η Ελληνική Οικονομία πάσχει από τέτοιας ποιότητας και ποσότητας στρεβλώσεις, που τέτοια προβλήματα έχουν σχεδόν περιθωριακό χαρακτήρα. Παρά ταύτα όμως, αξίζει να σκεφθεί κανείς, ότι πριν από επτά χρόνια, ένα απλό και απέριττο διαμέρισμα στα δυτικά περιθώρια της περιοχής διακινούνταν στην αγορά με τιμές άνω των € 1.500,00 ανά τετραγωνικό. Και ακόμη σήμερα, που η δυσπραγία απαιτεί πρώτα από  όλα ρευστότητα, οι τιμές τέτοιου τύπου ακινήτων καλά κρατούν. Ναι, συμφωνώ, στο Κολωνάκι ένα επαγγελματικό ακίνητο έχει χάσει τεράστιο κομμάτι από την παλαιά του αξία. Πόση ζήτηση όμως έχει έναντι ενός διαμερίσματος 80 τμ στο Περιστέρι; Και γιατί ο ιδιοκτήτης προτιμά (διαμαρτυρόμενος εντονότατα) να διακρατά στην κατοχή του αυτό το τριάρι, πληρώνοντας φόρους και τέλη, αντί να μειώσει τις απαιτήσεις του;

Οι φόροι κεφαλαίων διαχρονικά – εφόσον βέβαια χρησιμοποιηθούν ως αναπτυξιακό εργαλείο και όχι ως υποστήριγμα της διαιώνισης μιας αδηφάγου στρέβλωσης – έχουν δώσει λύσεις σε οικονομίες που βρέθηκαν σε τέλμα. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δημόσιο μπορεί να συνεισφέρει υπέρ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Αξίζει να θυμηθεί κάποιος , ότι από τις πρώτες κινήσεις του George W.Bush ως προέδρου ήταν η μείωση στο φόρο κληρονομιάς. Ο προηγούμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ έχω την εντύπωση ότι ήταν συντηρητικός. Δηλαδή όχι Φιλελεύθερος. Το διακύβευμα του ήταν ένας στείρος αποθησαυρισμός υπέρ συγγενών και φίλων και όχι η ουσιαστική προαγωγή των κανόνων του ανταγωνισμού. Αντίθετα, οι Σοσιαλδημοκράτες Σκανδιναβοί, προβαίνουν σε δραματική φορολογία επί των μη διανεμομένων κερδών (μόνον) όταν αυτά δεν επανεπενδύονται. Αυτοί μάλλον, είναι Φιλελεύθεροι.

Τελικά οι φόροι κεφαλαίων είναι χρήσιμοι; Ναι, θα απαντούσα. Υπάρχουν όμως δύο τεράστιας σημασίας παράμετροι, που πρέπει να ικανοποιούνται διαρκώς :  Αφενός, η φορολογία πρέπει να στοχεύει με αναπτυξιακό σκόπευτρο και όχι να προσπαθεί να μπαλώσει τρύπες ή να ικανοποιήσει πρόσκαιρες ανάγκες. Στα πλαίσια μιας τέτοιας πολιτικής θα πρέπει να θεσπιστούν κριτήρια φορολόγησης (πχ έτη ακινησίας χρήσης του στοιχείου, εισοδηματική κατάσταση του κατόχου, κατοχή ή συνιδιοκτησία άλλων περιουσιακών στοιχείων κλπ). Αφετέρου, θα πρέπει η φιλοσοφία του μέτρου να αρκεστεί στον τεχνικό χαρακτήρα του ρόλου που έχει εντός του οικονομικού κυκλώματος. Το μέτρο μπορεί να προσφέρει υπό την έννοια του εργαλείου, το οποίο εάν δεν είναι χρηστικό απλώς ξαναμπαίνει στην εργαλειοθήκη. Η φορολογία σε ένα ακίνητο δεν είναι η ρομφαία που θα  αποδώσει κοινωνική δικαιοσύνη. Αντιθέτως αποτελεί έναν μηχανισμό παραγωγής εσόδων προς όφελος της Οικονομίας. Ο “Φόρος Κεφαλαίου” δεν θα πρέπει να καταλήξει σε “Κεφαλικό Φόρο”.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι η θεωρία της φορολογίας γης έχει ως πατέρα μια παραγνωρισμένη φυσιογνωμία της Οικονομικής Θεωρίας : τον αμερικανό Χένρυ Τζώρτζ (1839-1897). Ο Τζώρτζ είχε από τα μέσα του 19ου αιώνα προτείνει αυτόν τον “μοναδικό φόρο” (single tax), ως βασική προϋπόθεση (και μοναδική παράμετρο) του οικονομικού μοντέλου που πρότεινε. Η ιδέα του χάθηκε με το πέρασμα του Ιστορικού Χρόνου ακριβώς επειδή ο ίδιος ο εμπνευστής της, την προώθησε ως το αποτέλεσμα μιας τρόπον τινά  ουράνιας επιφοίτησης . Αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά πέραν του οικονομικού της περιεχομένου, την καταδίκασε σε αφάνεια, απραξία και γραφικότητα – χαρακτηριστικά φυσικά που αδικούν το όλο σκεπτικό της θεωρίας. Παρά ταύτα, δες τι είναι δυνατόν να αλιεύσει κανείς στα επιστημονικά απορρίμματα της Ιστορίας.

By Published On: 19 Ιουλίου, 2019Categories: Δημοσιεύσεις0 Comments

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα