Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, με χαρακτηριστικά εξαιρετικά κοφτά και συγκεκριμένα, δεν υπάρχουν θέματα προς δημόσια διαβούλευση ή πολύ περισσότερο προς δημιουργική αντιπαράθεση.

Η εισαγωγή προς συζήτηση ενός θέματος με απουσία αιχμών, είναι από μόνο του ένα γεγονός ανύπαρκτο. Πάντοτε κάποιοι θα ενοχλούνται. Σίγουρα θα συγκροτηθούν μειοψηφικά η πλειοψηφικά σχήματα με σαφείς κόκκινες γραμμές. Είναι δεδομένο πως ο χρόνος θα εξαντληθεί σε μια διαμάχη επί της διαδικασίας : ποιος έχει δικαίωμα να συμμετάσχει στην συζήτηση και με ποια σειρά θα παρουσιαστούν οι ενότητες. Κατά την έννοια αυτή, οι στερεοτυπικές απόψεις και οι παγιωμένες αντιλήψεις βρίσκονται σε πλήρη ακμή. Το τίμημα αυτής του επίπεδου δόγματος, το αποδίδει μια μικρή μειοψηφία αντιρρησιών με φιλελεύθερα αντανακλαστικά, η οποία έτσι και αλλιώς ατυχεί, αφού κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει. Η μειοψηφική αυτή υποδιαίρεση, υποχρεούται να συμβιώνει κάτω από το βάρος των «αναντίρρητων αξιωμάτων» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας , τα οποία ασφυκτιούν κάτω από το τεράστιο βάρος ενός ιδιότυπου πνευματικού πληθωρισμού : Αξίζει να σκεφθεί κανείς, επί πόσων διαφορετικών πτυχών της καθημερινής δραστηριότητας του ελληνικού δημοσίου, χρησιμοποιείται ο επιθετικός προσδιορισμός «εθνικός» ή «εθνική». Εθνική άμυνα, εθνική οικονομία, εθνική παιδεία, εθνική συλλογική σύμβαση, εθνικά θέματα. Η πληθωριστική και άκριτη χρήση του όρου δε, οδηγεί αυτομάτως στην τόνωση όλων των απομονωτιστικών ενστίκτων, σε διαρκή ομφαλοσκόπηση και μοιραία σε οικειοθελή απομάκρυνση από το διεθνές γίγνεσθαι. Φυσικά το παραπάνω αποτελεί παράδειγμα – τέτοιου είδους «πληθωρισμοί» αφθονούν στα δημόσια μας πράγματα.

Κάτω από αυτό το μάλλον ισχνό και μίζερο φως, η δημόσια συζήτηση διεξάγεται σε προβληματικές συνθήκες και όπως είναι φυσικό, είναι αθρόα εκείνα τα θέματα που απωθούν το βάσανο του διαλόγου, καθώς οι αγκυλώσεις και οι απαγορεύσεις που τα περιβάλλουν καθιστούν άγονη ακόμη και την πρόθεση για αθιβολή.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι αυτό που σχετίζεται με τα γλυπτά της Ακροπόλεως των Αθηνών και του ενδεχόμενου της επιστροφής των από το Βρετανικό Μουσείο και την Russell Square, στο Μουσείο της Ακροπόλεως στην Πλάκα. Η «εθνικά» παγιωμένη και «μαρμάρινα» ακλόνητη θέση κάθε Έλληνα πολίτη δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το αίτημα της επιστροφής των γλυπτών.

Η εντύπωση ωστόσο που έχω, είναι πως αυτός ο συμπολίτης μας, διατηρεί την παραπάνω άποψη χωρίς να έχει αξιολογήσει την πνευματική βαρύτητα που έχουν τα καλλιτεχνήματα αυτά από μόνα τους, αλλά και χωρίς να έχει επισκεφθεί ποτέ τη σχετική αίθουσα του Βρετανικού Μουσείου. Δηλαδή, εφόσον αναγνωρίζεται ο κλασσικός αρχαιοελληνικός πολιτισμός (και ειδικότερα οι επιρροές που ασκήθηκαν στα γεωγραφικά πλαίσια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και στα παράλια της Ιωνίας) ως αφετηρία του συνόλου της Δυτικής Κουλτούρας, κορύφωση της οποίας υπήρξε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, η πνευματική καταγωγή και αξία των γλυπτών της Ακροπόλεως, είναι δεδομένη και αναντίλεκτη, όπου και αυτά εάν στεγάζονται. Η ουσία τους κρύβεται στο πολιτισμικό φορτίο που δυστυχώς η ελληνική κοινωνία του σήμερα όχι αγνοεί, αλλά απορρίπτει : δεν ήταν τα χέρια των δημιουργών που σμίλευσαν αυτά τα αριστουργήματα, αλλά το φιλελεύθερο πνεύμα μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας που συνέθετε την πολιτική θεωρία και την καλλιτεχνική άποψη πάνω στο ομοίωμα μιας κόρης, μιας Καρυάτιδας. Η απόρριψη του κοινωνικού πατερναλισμού, η πνευματική άνεση στην αποδοχή της διαφορετικής άποψης – στα μέτρα πάντοτε της εποχής – η καταδίκη της λογικής της ελάσσονος προσδοκίας, αυτά όλα και πολλά παρόμοια οικοδόμησαν όχι μόνον τα εν λόγω γλυπτά, αλλά έναν ολόκληρο πολιτισμό. Θεωρώντας την Ελλάδα του σήμερα ως διάδοχο αυτού του πολιτισμικού κεφαλαίου, ποιο είναι το αποτέλεσμα ; ένας στείρος συντηρητισμός, με έντονες λαϊκίστικες ανταύγειες, πασπαλισμένος με άφθονη συνομωσιολογία και φοβία έναντι του Νέου, όποιο και εάν αυτό είναι. Αλλά είναι και κάτι ακόμη, συμβολικό και απλοϊκό ίσως, αλλά πέρα για πέρα υπαρκτό : η σεμνότητα με την οποία τα γλυπτά αυτά εκτίθενται στον ειδικό θάλαμο του Βρετανικού Μουσείου, αποδεικνύει πως η αρχαία αθηναϊκή καλλιτεχνική αισθητική της λιτότητας και του γοήτρου, έχει καταστεί πλήρως κατανοητή στους Άγγλους (οι οποίοι σημειωτέον εκδίδουν μηδενικής αξίας εισιτήριο στον επισκέπτη). Γιατί; Ο Διαφωτισμός ως πνευματικός κρίκος ανάμεσα στην κλασσική Αθήνα και τη σημερινή πραγματικότητα, παρέχει όλες τις πειστικές απαντήσεις.

Κατά συνέπεια, έχω την εντύπωση, πως το χαμένο κύρος που πολλά πολλά χρόνια ο Ελληνισμός αναζητά, δεν θα το βρει στην επιστροφή των γλυπτών. Αυτό που ίσως δώσει στην κουρασμένη Ελλάδα μια ανάσα, είναι η αποδέσμευση από τη σκιά του (αιώνιου) μαρμαρωμένου βασιλιά που αναζητά.

Και κάτι σαν – αισθητικής υφής – υστερόγραφο : είναι τουλάχιστον άκομψο να διατυπώνεται το αίτημα της επιστροφής των γλυπτών, κάτω από τον γενικό τίτλο «τα μάρμαρα του Παρθενώνα». Δεν πρόκειται περί επιστροφής υλικών αλλά καλλιτεχνημάτων. Όπως η Μόνα Λίζα δεν είναι «μουσαμάς» ή μια βυζαντινή εικόνα δεν είναι «ξύλο», έτσι και στην παραπάνω περίπτωση, δεν αξιώνεται η επιστροφή του υλικού, αλλά του έργου τέχνης. Το οποίο δεν αφαιρέθηκε μόνον από τον Παρθενώνα, αλλά από την Ακρόπολη των Αθηνών. Αλλιώς η Καρυάτιδα μπορεί να παραμείνει στο Λονδίνο.

Πράγματι, πόσο πειστικός μπορεί να γίνεις, όταν ζητάς κάτι με τόσο αφιλόκαλη λεκτική ; Ειδικά δε, όταν πρόκειται περί τέχνης, μάλλον τα περιθώρια είναι παγερά (ως μάρμαρα) στενά.

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα