της Sarah McFarlane*

Οι επιχειρήσεις αγοράζουν περισσότερη ανανεώσιμη ενέργεια και οι μεγάλες πετρελαϊκές θέλουν μερίδιο.

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένης της BP PLC και της Royal Dutch Shell PLC, χτίζουν νέα αιολικά και ηλιακά έργα και διαπραγματεύονται συμφωνίες για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε μεγάλους εταιρικούς αγοραστές, όπως η Amazon.com και η Microsoft Corp., μπαίνοντας στον τομέα των παραδοσιακών εταιρειών ενέργειας.

Οι κινήσεις γίνονται καθώς περισσότερες επιχειρήσεις προσπαθούν να περιορίσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, με εταιρείες να αγοράζουν πέρσι ποσότητες ρεκόρ ανανεώσιμης ενέργειας και να είναι σε καλό δρόμο για να φθάσουν σε ένα νέο υψηλό φέτος, σύμφωνα με στοιχεία του BloombergNEF.

Οι πετρελαϊκές λένε ότι η εξασφάλιση μακροπρόθεσμων συμφωνιών για την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας θα προσφέρει μια νέα πηγή εσόδων και θα στηρίξει την επέκτασή τους σε αιολική και ηλιακή ενέργεια καθώς επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα και να προετοιμαστούν για μια οικονομία χαμηλότερου άνθρακα.

Η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ήταν ιστορικά περιφερειακή υπόθεση, με επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας να παράγουν και να παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια σε σπίτια και επιχειρήσεις σε μια περιοχή, πολιτεία ή χώρα. Μερικοί από αυτούς τους παραδοσιακούς προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας καλύπτουν τη ζήτηση για πράσινη ενέργεια από επιχειρήσεις εδώ και αρκετά χρόνια και έχουν τεχνογνωσία δεκαετιών.

Στελέχη πετρελαϊκών πάντως λένε ότι η παγκόσμια εμβέλεια των εταιρειών τους και οι τεράστιες εμπορικές τους δραστηριότητες, τους δίνουν πλεονέκτημα καθώς οι εταιρείες υιοθετούν μια πιο διεθνή προσέγγιση στην προμήθεια ενέργειας.

«Είμαστε ενεργά εκτεθειμένοι σε διαφορετικές μορφές ενέργειας με τρόπο που δεν έχουν οι εταιρείες αμιγούς ανανεώσιμης ενέργειας», δήλωσε ο Dev Sanyal, επικεφαλής της BP για το αέριο και την ενέργεια χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. «Βασικά παίρνουμε τον άνεμο από τους Σκανδιναβούς και παίρνουμε ηλιακή ενέργεια από την Ισπανία… Παρέχουμε μια συνδυασμένη προσφορά».

Οι εταιρικές συμφωνίες αγοράς ενέργειας αποτελούν τομέα εστίασης της κοινοπραξίας Lightsource BP της BP, η οποία φέτος υπέγραψε συμφωνίες για την προμήθεια ενέργειας της Amazon, της Verizon Communications Inc. και μονάδας της ασφαλιστικής εταιρείας Allianz SE.

Ο κ. Sanyal είπε ότι υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση από πελάτες που επιδιώκουν να μειώσουν τις εκπομπές τους και ότι αυτές οι συμφωνίες παρείχαν στην BP μια πηγή σταθερών, χαμηλού κινδύνου ταμειακών ροών και αποδόσεων.

Ωστόσο, η BP αναφέρει ότι οι αποδόσεις σε αυτόν τον κλάδο είναι 8% -10%, χαμηλότερες από αυτές που έχει από την παραδοσιακή δραστηριότητα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η πράσινη παροχή ηλεκτρικού ρεύματος εξακολουθεί να είναι μια καινούργια δραστηριότητα, παράλληλα με τις τεράστιες δραστηριότητες υδρογονανθράκων της BP.

Η Exxon Mobil Corp. και η Chevron Corp. δεν έχουν εισέλθει σε αυτόν τον κλάδο, αποτελώντας ένα ακόμη παράδειγμα της απόκλισης στις στρατηγικές των εταιρειών των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αυτές οι αμερικανικές εταιρείες έχουν ανανεώσιμη ενέργεια για δική τους χρήση.

Στην Ευρώπη, η Shell και η Total SE αναζητούν επίσης συμφωνίες για την προμήθεια ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε εταιρείες, καθώς αρχίζουν να φεύγουν από το πετρέλαιο εν αναμονή της πτώσης της ζήτησης και προσπαθούν να ενισχύσουν τα διαπιστευτήριά τους στην ενέργεια χαμηλότερου άνθρακα.

Την Πέμπτη, η γαλλική Total δήλωσε ότι συμφώνησε να προμηθεύσει ηλιακή ενέργεια στην αμερικανική φαρμακοβιομηχανία Merck & Co. Νωρίτερα αυτό το έτος η Shell συμφώνησε να προμηθεύσει την Amazon, τον μεγαλύτερο εταιρικό αγοραστή ανανεώσιμης ενέργειας στον κόσμο, με ηλεκτρική ενέργεια από αιολικό πάρκο στην Ολλανδία. Η Amazon σχεδιάζει να τροφοδοτήσει όλες τις λειτουργίες της με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2025.

«Υπάρχουν λίγες εταιρείες που μπορούν να προσφέρουν τη φύση των λύσεων που προσφέρουμε σε μια εταιρεία όπως η Amazon», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Shell, Ben van Beurden, στους αναλυτές νωρίτερα φέτος σημειώνοντας ότι η εταιρεία θα μπορούσε να είναι ένα ενιαίος κόμβος παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, αεροπορικών καυσίμων και φυσικού αέριου για φορτηγά.

Οι εταιρικές προμήθειες είναι ένα μικρό μέρος της συνολικής αγοράς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά αναπτύσσεται γρήγορα. Οι εταιρείες αγόρασαν ρεκόρ 25 gigawatts ανανεώσιμης ενέργειας παγκοσμίως πέρυσι, αύξηση 25% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με την BNEF. Αυτό το ποσό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ισοδυναμεί με περίπου τέσσερις φορές την ικανότητα παραγωγής αιολικής ενέργειας στην Καλιφόρνια στο τέλος του περασμένου έτους, σύμφωνα με την αμερικανική υπηρεσία U.S. Energy Information Administration.

Οι νέες συμφωνίες συνεχίζουν να επιτυγχάνονται με ταχύ ρυθμό, με αύξηση το 75% τους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους έναντι της ίδιας περιόδου πριν από ένα χρόνο, σύμφωνα με τα στοιχεία του BNEF.

«Οι πάροχοι ενέργειας έχουν πραγματικά αναγνωρίσει ότι οι μεγάλοι καταναλωτές ενέργειας που έχουν σημαντική αγοραστική δύναμη έχουν καταστήσει την προτίμησή τους για ενέργεια μηδενικού άνθρακα πολύ σαφή και αναζητούν τρόπους για να εξυπηρετήσουν αυτήν την αγορά», δήλωσε η Miranda Ballentine, διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρικής συμμαχίας αγοραστών ανανεώσιμης ενέργειας Renewable Energy Buyers Alliance, ομάδας που αντιπροσωπεύει εταιρικούς αγοραστές.

Όταν οι εταιρείες υπογράφουν συμφωνίες αγοράς ενέργειας, συνήθως συμφωνούν να αγοράσουν ενέργεια για 10 έως 20 χρόνια, συχνά απευθείας από εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή από έναν παροχέα ενέργειας του οποίου το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει ηλεκτρική ενέργεια από έργα χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

Οι συμφωνίες αυτές δίνουν στους αγοραστές βεβαιότητα για το μελλοντικό κόστος της ενέργειας, αν και υπάρχει κίνδυνος η ηλεκτρική ενέργεια να γίνει φθηνότερη από το αναμενόμενο.

«Αυτός είναι ένας βασικός τρόπος ανταγωνιστικότητας κόστους για τις εταιρείες ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους σχετικά με τη βιωσιμότητα», δήλωσε ο Frank Nicklaus, συνεργάτης της Nomura Greentech Capital Advisors LLC, προσθέτοντας ότι το κόστος της ανανεώσιμης ενέργειας έχει πέσει και ότι η χρήση του θα μπορούσε να ενισχύσει τη φήμη των επιχειρήσεων.

Αλλά οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου αντιμετωπίζουν σκληρό ανταγωνισμό. Μεγάλες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας όπως η Iberdrola SA της Ισπανίας και η Enel SpA της Ιταλίας προσπαθούν επίσης να κερδίσουν μεγάλους εταιρικούς πελάτες.

Η Enel, η μεγαλύτερη εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας παγκοσμίως εκτός της Κίνας, λέει ότι πάνω από το ήμισυ της αναμενόμενης παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μεταξύ 2021 και 2023 καλύπτεται μέσω μακροπρόθεσμων συμβάσεων με πελάτες.

Τον Μάρτιο, η Enel άρχισε να κατασκευάζει την πρώτης της μεγάλης κλίμακας συνδυασμένη μονάδα αιολικών πάρκων και μπαταριών στο Τέξας, για να προμηθεύσει περίπου το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτείται για τις εγκαταστάσεις παραγωγής της Kellogg Co.

Η Iberdrola – που ήταν για χρόνια μια εγχώρια ομάδα που εστίαζε στα ορυκτά καύσιμα πριν επεκταθεί σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – επιδιώκει επίσης να αξιοποιήσει την αυξανόμενη όρεξη για ενέργεια χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και έχει υπογράψει συμφωνίες προμήθειας με την Apple Inc. και τη Heineken NV.

«Η Iberdrola ξεκίνησε την κούρσα με ανανεώσιμες πηγές πριν από 20 χρόνια και τώρα υπάρχουν πολλοί άλλοι συμμετέχοντες στην κούρσα και πολλοί πιθανοί προμηθευτές», δήλωσε ο Eduardo Insunza Gaminde, ο γενικός διευθυντής εταιρικών πελατών. Ενώ ο ανταγωνισμός αυξάνεται, είπε ότι η Iberdrola και άλλες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας θα επωφεληθούν από την εμπειρία τους στις συνδέσεις με το δίκτυο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.

«Η τεχνογνωσία είναι διαφορετική», είπε για τις εταιρείες πετρελαίου. «Φυσικά έχουν επίσης παγκόσμια εμπειρία και βαθιές τσέπες».

*Η κ.Sarah McFarlane είναι αρθρογράφος στη Wall Street Journal
Πηγές : πρωτότυπο άρθρο στο wsj.com – μεταφρασμένο στο ot.gr

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα