Ο Τελευταίος Έλληνας Βιομήχανος, ο Ιστορικός Πρόεδρος του Σ.Ε.Β. (1982-1988), ο επί σειρά ετών Διευθύνων Σύμβουλος και κατόπιν Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της Α.Ε. Τσιμέντων ΤΙΤΑΝ, ο Θεόδωρος Δ. Παπαλεξόπουλος, ανήκει πλέον στην Ιστορία και την Αιωνιότητα. Αντί οποιουδήποτε άλλου αποχαιρετισμού, παραθέτουμε αυτούσια, την ομιλία που ο εκλιπών εκφώνησε στο Ιστορικό Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών στις 11 Φεβρουαρίου 2013, υπό τον τίτλο : «ΤΙΤΑΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΣΙΜΕΝΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ, ΟΠΩΣ ΤΑ ΖΗΣΑΜΕ», στο πλαίσιο του Ανοικτού Σεμιναρίου Οικονομικής Ιστορίας. Με τον τρόπο αυτό, ίσως σταθούμε ικανοί να απεικονίσουμε μερικές μόνον πτυχές της πολυσχιδούς προσωπικότητας ενός αυθεντικού Ανθρώπου της Δημιουργίας.


Η Ελληνική Τσιμεντοβιομηχανία έγραψε ιστορία.

Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι η Ελλάδα υπήρξε στη δεκαετία του ’80 η δεύτερη ή η τρίτη μεγαλύτερη εξαγωγική  χώρα τσιμέντου της υφηλίου.

Ήταν το καμάρι της ελληνικής βιομηχανίας και των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων.

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν τόσες λανθασμένες και ζημιογόνες παρεμβάσεις  – κυρίως από το ελληνικό Δημόσιο – ώστε οι τέσσερις ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες έγιναν τρεις, δύο ξένων συμφερόντων και μόνο μια ελεγχόμενη από ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα.

Τέσσερις ήσαν οι βασικές εταιρίες που, όλες, ιδρύθηκαν μέσα στο πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα. (Υπήρξαν και δύο άλλες, μικρής όμως διάρκειας ζωής).

Πρώτος ιδρύεται ο ΤΙΤΑΝ, το 1902, με το εργοστάσιο της Ελευσίνας.

Μετατρέπεται το 1911 σε Ανώνυμη Εταιρία με το όνομα «Α.Ε. Τσιμέντων Ο ΤΙΤΑΝ»  και το 1912 εισάγεται στο Ελληνικό Χρηματιστήριο.

Το 1933 πραγματοποιεί τις πρώτες του εξαγωγές και στη συνέχεια, μετά τον πόλεμο, επεκτείνεται ραγδαία στην Ελλάδα.

Έτσι αρχίζει η λειτουργία νέων εργοστασίων, το 1962 στη Θεσσαλονίκη, το 1968 στην Πάτρα και το 1974 στο Καμάρι Βοιωτίας.

Αντίστοιχες είναι οι αυξήσεις των εξαγωγών, κυρίως στις αγορές της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.

Από το 1980, ο ΤΙΤΑΝ κατατάσσεται δεύτερος στον πίνακα των μεγαλυτέρων εξαγωγικών βιομηχανιών της Ελλάδας.

Το 1985 πραγματοποιούνται οι πρώτες εξαγωγές στην  Αμερική και παράλληλα αρχίζει στο εξωτερικό η εγκατάσταση σταθμών διανομής τσιμέντου, όπως στο New Jersey, τη Βενετία, τη Μασσαλία και το Hull του Ηνωμένου Βασιλείου.

Αυτές οι εξαγωγικές δραστηριότητες ανοίγουν, με τη σειρά τους, το δρόμο για επέκταση και της παραγωγικής διαδικασίας εκτός Ελλάδος.

Έτσι, το 1992 ελέγχεται εργοστάσιο τσιμέντου στο Roanoke στη Virginia και διαδοχικά, από το 1998, στη Βουλγαρία, τα Σκόπια, τη Σερβία, την Αίγυπτο, τη Φλόριντα των ΗΠΑ και τώρα, πρόσφατα, στην Τουρκία,  την Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο.

Σήμερα ο ΤΙΤΑΝ διαθέτει εργοστάσια παραγωγής τσιμέντου, μαζί και με αντίστοιχες θυγατρικές σε κλάδους συγγενείς – όπως είναι το έτοιμο σκυρόδεμα και τα αδρανή υλικά – σε εννέα χώρες και τέσσερις ηπείρους και είναι μια από τις μεγάλες διεθνοποιημένες τσιμεντοβιομηχανίες.

Η Εταιρία Τσιμέντων ΗΡΑΚΛΗΣ ιδρύεται στον Πειραιά το 1911.

Ήδη το 1929 απορροφά τα Τσιμέντα ΟΛΥΜΠΟΣ του Βόλου και μετονομάζεται σε Ανώνυμη Γενική Εταιρία Τσιμέντων Ηρακλής-Όλυμπος, γνωστή έκτοτε ως ΑΓΕΤ.

Η Εταιρία ανδρώνεται, εκσυγχρονίζεται και, από το 1966 μέχρι το 1973, δημιουργεί στην Ελλάδα ένα δίκτυο έξι Κέντρων Διανομής Εσωτερικού, τα οποία ανεφοδιάζονται θαλασσίως με τσιμέντο χύδην.

Στη δεκαετία του ‘ 70 προβληματίζεται για τις δυνατότητες αύξησης του παραγωγικού της δυναμικού κι αυτό γιατί το ένα εργοστάσιο, της Δραπετσώνας, βρίσκεται μέσα στον Πειραιά και το άλλο είναι στις παρυφές του Βόλου.

Έτσι αποφασίζει να  επεκταθεί με νέο εργοστάσιο στα Μέθανα.

Η άδεια εκδίδεται το 1973 αλλά λίγο αργότερα, το 1974, αναστέλλεται με απόφαση ειδικής επιτροπής των αρμοδίων Υπουργείων της Μεταπολίτευσης.

Και εδώ αρχίζουν οι περιπέτειές της.

Η νέα μονάδα παραγωγής που προοριζόταν για τα Μέθανα εγκαθίσταται στο παλιό εργοστάσιο του Βόλου και, στη συνέχεια, το νέο τρίτο εργοστάσιο κτίζεται στο Μηλάκι Ευβοίας.

Το 1983 όμως το Κράτος παρεμβαίνει κατά τρόπο που, αργότερα, κρίθηκε μη σύννομος κατά το Κοινοτικό Δίκαιο : Συγκεκριμένα, κεφαλαιοποιεί όλες τις οφειλές της ΑΓΕΤ στο ελληνικό Δημόσιο  – χωρίς την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων – και αποκτά έτσι το μετοχικό έλεγχο της εταιρίας.

Αναλαμβάνει το ίδιο το Κράτος τη διοίκηση της επιχείρησης και αναγκάζει σε αποχώρηση την οικογένεια Τσάτσου, που είχε επί δεκαετίες διοικήσει επιτυχώς την ΑΓΕΤ.

Με τη μετοχοποίηση υποχρεώσεων 28 δισ. δρx. περίπου, η ΑΓΕΤ διαθέτει πλέον μεγαλύτερο μετοχικό κεφάλαιο από οποιαδήποτε άλλη τσιμεντοβιομηχανία στον κόσμο, ακόμα  και από εκείνες με πολλαπλάσιο κύκλο εργασιών, ύψος παγίων κλπ.

Έτσι αποκτά η κρατικοποιημένη πλέον ΑΓΕΤ δείκτες αυτοχρηματοδότησης, ρευστότητας κλπ. ζηλευτούς για τσιμεντοβιομηχανία σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

Το 1992, ο έλεγχος της Εταιρίας περνάει από το Ελληνικό Κράτος στον Όμιλο CAL-NAT (δηλαδή της Ιταλικής Calzestruzzi και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος).

Το 1996 η ΑΓΕΤ-Ηρακλής  εξαγοράζει τα Τσιμέντα Χαλκίδος αλλά τον ίδιο χρόνο βαίνει προς εκκαθάριση η CAL-NAT και οι μετοχές της στην ΑΓΕΤ μεταβιβάζονται στην Ιταλική Εταιρία CONCRETUM και στην Εθνική Τράπεζα.

Το δε 2000, η Αγγλική Blue Circle Industries αποκτά τον έλεγχο της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ.

Τον επόμενο χρόνο ολοκληρώνεται η διαδικασία απορρόφησης του συγκροτήματος των Τσιμέντων Χαλκίδος από την ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ αλλά η ίδια η Blue Circle, με τη σειρά της, εξαγοράζεται από τον Όμιλο LAFARGE, μια από τις δύο μεγαλύτερες τσιμεντοβιομηχανίες του κόσμου.

Είναι σαφές ότι, με κάθε αλλαγή πλειοψηφικού μετόχου, άλλαζε και η Διοίκηση της Εταιρίας, με τις αναπόφευκτες συνέπειες αλλαγής ή ασάφειας πολιτικής και στρατηγικής, άρα και αποτελεσματικότητας του Ομίλου.

Η τρίτη επιχείρηση του κλάδου, η Εταιρία Τσιμέντων Χαλκίδος, ιδρύεται το 1926 από τοπικούς επιχειρηματίες, αλλά το 1960 περνάει στην ιδιοκτησία των κ.κ. Παμούκογλου και Κιοσέογλου, δύο επιχειρηματιών από την Κωνσταντινούπολη.

Με τη βοήθεια των αδελφών Τακόπουλου, η επιχείρηση εκσυγχρονίζεται και μεγαλώνει εντυπωσιακά.  Πολύ σύντομα όμως αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

Το 1968, με ληξιπρόθεσμα ήδη δάνεια, επιτυγχάνει συμφωνία με κρατικούς πιστωτές για νέα δάνεια.

Όμως το 1982 γίνεται ζημιογόνος, κατάσταση από την οποία δεν θα βγει ποτέ.

Οι πιστωτές αρνούνται την κεφαλαιοποίηση των δανείων και, το 1985, διακόπτουν τη χρηματοδότηση.

Τα χρέη φθάνουν τα 50 δισ. δρχ. το 1988 και οι ζημιές τα 11 δισ. δρχ.

Η ένταξη στον ΟOΑΕ (Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων), με κεφαλαιοποίηση των χρεών προς το Δημόσιο, εμποδίζεται από την ΕΟΚ.

Το 1991 η Ιταλική Calzestruzzi κερδίζει το διαγωνισμό εξαγοράς των Τσιμέντων Χαλκίδος αλλά, εν τω μεταξύ, τα χρέη και οι ζημιές έχουν διπλασιασθεί και η Calzestruzzi οπισθοχωρεί όταν η ίδια αποκτά, την επόμενη χρονιά, τον έλεγχο της ΑΓΕΤ, όπως αναφέραμε προηγουμένως.

Ακολουθούν πολυμερείς διαπραγματεύσεις και συνάμα αγώνας δικαστικός και διεθνής διαιτησία.

Από τα τέλη του 1996 η πλειοψηφία των μετοχών των Τσιμέντων Χαλκίδος ανήκει στην ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ ενώ, το Μάιο του 2000, η ίδια η ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ περνάει στον έλεγχο του Ομίλου Blue Circle, όπως επίσης ακούσατε προηγουμένως.

To 2001 συγχωνεύονται τα Τσιμέντα Χαλκίδος με την ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ, το εργοστάσιο ονομάζεται ΗΡΑΚΛΗΣ ΙΙΙ και παύει πια να υπάρχει η Εταιρία Τσιμέντων Χαλκίδος.  Και από το έτος 2011 έπαψαν ολοσχερώς να λειτουργούν οι κλίβανοι σ’ αυτό το εργοστάσιο.

Αυτή η δεκαπενταετής ωστόσο περίοδος, κατ’ ουσία χρεοκοπίας της Εταιρίας Τσιμέντων Χαλκίδος και συνάμα αθέμιτου ανταγωνισμού, υπήρξε μια πολύ δυσάρεστη σελίδα στην ιστορία του κλάδου.

Κι’ αυτό, γιατί τα Τσιμέντα Χαλκίδος, ως γνωστό, δεν απέδιδαν τον ΦΠΑ στο Δημόσιο ούτε και τις κρατήσεις και εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι πωλήσεις γίνονταν σε τιμές κατώτερες του κόστους, απλά για να επιβιώσει η εταιρία ταμειακά, φαλκιδεύοντας έτσι κάθε έννοια θεμιτού ανταγωνισμού.

Η τέταρτη – και μικρότερη – εταιρία του κλάδου, τα Τσιμέντα ΧΑΛΥΨ, ιδρύθηκε το 1934 με την επωνυμία ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΤΣΙΡΑΣ & ΣΙΑ, στον Ασπρόπυργο Αττικής.

Το 1943 η εταιρία μετονομάζεται σε ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΥΨ ΑΕ.

Κάνει ωστόσο ένα τόλμημα που θα της στοιχίσει την ανεξαρτησία της : Αντικαθιστά το μεγαλύτερο μέρος των εγκαταστάσεών της – και μάλιστα με αύξηση του παραγωγικού δυναμικού – στην κρίσιμη τετραετία 1980-84.

Λίγο αργότερα, το 1990,  και με μεσολάβηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, πωλείται στη Γαλλική εταιρία CIMENTS FRANÇAIS που, με τη σειρά της, εξαγοράζεται το 1992 από τον ιταλικό Όμιλο ITALCEMENTI, από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα παραγωγής τσιμέντου παγκοσμίως.

Έτσι, οι τέσσερις ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες, όπως ακούσατε προηγουμένως, έγιναν τρεις, δύο ξένων συμφερόντων και μόνο μια ελεγχόμενη από εγχώρια επιχειρηματικά συμφέροντα.

Αυτή ήταν η λυπηρά κατάληξη της ιστορικής εξέλιξης ενός βιομηχανικού κλάδου που υπήρξε το καμάρι της ελληνικής βιομηχανίας και των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων, μετά από αμέτρητες και ζημιογόνες παρεμβάσεις διαρκείας του ελληνικού Δημοσίου.
 

Ο Ανθρώπινος παράγων ! Αυτό ήταν το ζητούμενο  

Όταν άρχισα να εργάζομαι στην τσιμεντοβιομηχανία, πριν από μισό αιώνα, διαπίστωσα ότι, σε όλες τις μονάδες συνεχούς καύσεως της χώρας, οι εργαζόμενοι σε βάρδια δούλευαν – τελείως νομότυπα και νόμιμα – οκτώ ώρες την ημέρα, επί επτά ημέρες την εβδομάδα, δηλαδή 56 ώρες την εβδομάδα.

Το χειρότερο: Για να λάβει η κάθε βάρδια την ετήσια δεκαπενθήμερη θερινή άδεια που εδικαιούτο, οι άλλες δυο βάρδιες δούλευαν επτά ημέρες την εβδομάδα, αλλά δώδεκα ώρες την ημέρα, δηλαδή 84 ώρες την εβδομάδα ! Και αυτό, επί τέσσερις εβδομάδες το χρόνο!

Κυριολεκτικά συγκλονίστηκα και ορκίστηκα μέσα μου να μη χαθεί ευκαιρία να διορθωθεί αυτή η, ηθικά και κοινωνικά, απαράδεκτη κατάσταση.

Πώς όμως να παραδεχθεί έμπρακτα μια εταιρία το απαράδεκτο ενός τέτοιου εργασιακού καθεστώτος χωρίς να προκληθεί χιονοστιβάδα διαμαρτυριών, πιθανώς και αγωγών;

Η ευκαιρία για την απεμπλοκή από αυτό το εργασιακό καθεστώς παρουσιάστηκε με την ανομβρία του 1967 και την αδυναμία της ΔΕΗ, στη συνέχεια, να καλύψει τις ανάγκες της χώρας σε ηλεκτρική ενέργεια.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του ‘67, ο Παττακός, με προσωπικά τηλεγραφήματα, διέταξε να σταματήσουν οι μισοί κλίβανοι της βαριάς βιομηχανίας.

Έτσι, στον Τιτάνα,  διακόπηκε η λειτουργία των πιο παλιών – και λιγότερο αποδοτικών – κλιβάνων, που δεν ξαναλειτούργησαν ποτέ.

Οι ώρες εβδομαδιαίας εργασίας των βαρδιάνων περιορίστηκαν άμεσα, στην εταιρία μας, από 56 σε 52 και, λίγους μήνες αργότερα, στις 48,  με σημαντική αύξηση των ωρομισθίων και μικρή μόνο μείωση των ολικών εβδομαδιαίων αποδοχών των εργαζομένων.

Αυτά, βέβαια, οδήγησαν σε αύξηση του τελικού κόστους του προϊόντος, αλλά όχι σε μείωση του απασχολούμενου προσωπικού, παρά τη μείωση της παραγωγής.

Όλος ο κλάδος ακολούθησε το παράδειγμα του Τιτάνα μέσα στα επόμενα δύο έως τρία χρόνια.

Η πρωτοβουλία μας αυτή αναγνωρίστηκε έμπρακτα από τους εργαζόμενους στον Τιτάνα και απετέλεσε έναν από τους δυο σταθμούς ιστορικής σημασίας στην εξέλιξη των εργασιακών μας σχέσεων. Ο δεύτερος σταθμός σημειώθηκε λίγα χρόνια αργότερα.

Συνέβησαν μέσα σε λίγους μήνες τέσσερα σοβαρά ατυχήματα, το ένα θανατηφόρο. Κάτι στραβό συνέβαινε, χρειάζονταν άμεση  πρωτοβουλία και δράση.

Πέραν των προσλήψεων μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με αποκλειστικό καθήκον την ασφάλεια των εργαζομένων (πρωτοβουλία που δεν απέδωσε), ερευνήσαμε την ελληνική αγορά (Ναυπηγεία, ΔΕΗ κλπ.) χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Στείλαμε άνθρωπο στη Γερμανία, όπου βρέθηκαν αρκετά στοιχεία αλλά χωριστά κατά βιομηχανικό κλάδο, όπως του χάλυβα, της χημείας, των ορυχείων κλπ.

Τότε κάποιος μας υπέδειξε την Αμερικανική IESC (International Executive Service Corps)- σήμερα θα τη λέγαμε Μη Κυβερνητική Οργάνωση – που επικοινωνούσε με τα υπό συνταξιοδότηση στελέχη των επιχειρήσεων με σκοπό  την αξιοποίησή τους – με το αζημίωτο, φυσικά – στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (όπως εθεωρείτο τότε και η Ελλάδα).

Έτσι, εντοπίσαμε στην Αμερική τον Dan Legore που είχε μόλις συνταξιοδοτηθεί μετά από 35 χρόνια υπηρεσίας, όλα στην τσιμεντοβιομηχανία και όλα στην πρόληψη των ατυχημάτων.

Τόση ήταν η απόσταση που χώριζε ακόμη τότε την Αμερική από την Ευρώπη στα βιομηχανικά θέματα.

Όταν ο Legore είδε επί τόπου τις προσπάθειες που καταβάλλαμε, χαμογέλασε … «Γιατί» ; τον ρώτησα.

Την απάντησή του, δεν την ξεχάσαμε ποτέ : «Η πρόληψη ατυχημάτων», μας είπε, «είναι μια πίστη, σαν τη θρησκεία.

Εάν μπορέσετε να τη μεταλαμπαδεύσετε στους ίδιους τους εργαζόμενους, τότε η μάχη κερδίζεται. Αλλιώς, είναι χαμένη από χέρι» !

Έτσι εγκαινιάσαμε τότε τις τριμερείς ομάδες ασφαλούς εργασίας,  με συμμετοχή εργατοτεχνίτη, συνδικαλιστή και στελέχους της εταιρίας στην καθεμιά.

Τότε επίσης θεσπίστηκε η ουσιαστική και εθελοντική συνεργασία εργοδοτούμενων και εργοδοτούντων και εδραιώθηκε η αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Στη συνέχεια, ο ετήσιος δείκτης συχνότητας ατυχημάτων μειώθηκε ραγδαία – από τα 150 και 180, στη δεκαετία του ’70, σε μονοψήφιο αριθμό στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Η ασφάλεια στους χώρους εργασίας, ωστόσο, ποτέ δεν εξασφαλίζεται πλήρως, ποτέ δεν μπορείς να επαναπαυθείς.

Και ποτέ δεν επιτρέπεται καν να σκεφθείς ότι, αφού έκανες το καθήκον σου σύμφωνα με το Νόμο, είσαι «εντάξει».

Βέβαια η Πρόληψη Ατυχημάτων δεν τελειώνει εδώ.

Στα Αμερικανικά «Schools of Industrial Engineering», διδάσκεται 40-ωρο μάθημα, υποχρεωτικό για όλους τους φοιτητές και που φέρει τον  τίτλο : “Accident Prevention and the Human Factor” ( «Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ» ).

Ο Ανθρώπινος παράγων ! Αυτό ήταν το ζητούμενο.

Δεν αρκούν ούτε οι τεχνικές γνώσεις που διδάσκονται  σε κάποια ΑΕΙ στη χώρα μας, (και δη ως προαιρετικό μάθημα !) – όπως είναι οι έξοδοι  κινδύνου, η γείωση των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, οι απαιτούμενες διαστάσεις και αποστάσεις, η κάλυψη οπών ή ανωμαλιών – ούτε  η εκπαίδευση των τεχνικών, χειριστών και λοιπών εργαζομένων.

Το κύριο ζητούμενο  είναι να λαμβάνεται υπόψη η  φύση του ανθρώπου, ήδη από το σχεδιασμό της εγκατάστασης  μέχρι την οργάνωση της εργασίας και από τη θέσπιση των συστημάτων μέχρι τον καθορισμό των θέσεων εργασίας.

Με άλλα λόγια, οι προϊστάμενοι, οι μηχανικοί και οι λοιποί υπεύθυνοι να μην ασχολούνται μόνο με όσα οφείλει να κάνει ο εργαζόμενος αλλά να προβληματίζονται και με εκείνο που ενδέχεται, κακώς, να κάνει ή να παραλείψει να κάνει – λόγω της φύσης του ανθρώπου – είτε αυτή λέγεται εθισμός στον κίνδυνο, είτε κόπωση, είτε ζαλάδα, είτε απλή αδιαφορία για την πιστή τήρηση των οδηγιών.

Αυτό τον προβληματισμό, αυτή την αντίληψη,αυτό τον τρόπο σκέψης, πού να τα βρει ο νέος μηχανικός, ο νέος πτυχιούχος;

Δεν θα έπρεπε το κάθε βιομηχανικό στέλεχος να είχε κάποτε υποστεί μια τέτοια εκπαίδευση, για να συνειδητοποιήσει το πρόβλημα σε όλη του την έκταση και να ενημερωθεί για τους βασικούς τρόπους αντιμετώπισής του;

Τα στελέχη της Ελληνικής Βιομηχανίας, ειδικότερα δε οι απόφοιτοι του ΕΜΠ,  τι γνώση έχουν αποκτήσει σ’ αυτόν τον τομέα;

Κατά κανόνα, τίποτε δεν έχουν διαβάσει και ελάχιστα ίσως ακούσει.

Και σας ερωτώ : Δεν θα έπρεπε να διδάσκεται στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ένα τέτοιο 40-ωρο μάθημα – έστω και 20ωρο μόνο – αλλά  υποχρεωτικό για όλους ;

Σκοπός του, καταρχήν, θα ήταν να μπει αυτό το θέμα στην «οθόνη»  του κάθε νέου μηχανικού, να του γεννηθεί η αντίληψη – το “awareness”.

Είχε άλλωστε εντοπισθεί και η πηγή της πιο προηγμένης εν προκειμένω Ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας – στο Πανεπιστήμιο DELFT της Ολλανδίας.

Βρέθηκε και ιδιωτική πηγή χρηματοδότησης του νέου αυτού προγράμματος.

Δυστυχώς, η πρόταση δεν έγινε δεκτή …

Το πρόβλημα της ασφαλούς εργασίας, ωστόσο, ταλανίζει τις επιχειρήσεις όλων των κλάδων παγκοσμίως και ιδιαίτερα της βαριάς βιομηχανίας, όπως είναι φυσικό.

Τα τελευταία χρόνια προέκυψε σαφώς από τη διεθνή στατιστική ότι τα πιο πολλά ατυχήματα σημειώνονται στο εργολαβικό προσωπικό και, γενικότερα, στο λεγόμενο «έμμεσο» προσωπικό (όπως αποκαλούνται και οι οδηγοί οχημάτων Δ.Χ., οι χειριστές των μισθούμενων φορτωτών και λοιπών μηχανημάτων κ.ο.κ.).

Έχει διαπιστωθεί διεθνώς ότι σ΄ αυτό το έμμεσο προσωπικό συμβαίνουν, αναλογικά, 3 έως 4 φορές περισσότερα ατυχήματα από όσα στο μόνιμο προσωπικό των επιχειρήσεων.

Αποτέλεσμα : Τα τελευταία χρόνια, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, το έμμεσο προσωπικό έχει αρχίσει να υφίσταται την ίδια εκπαιδευτική και διοικητική μεταχείριση, στα θέματα πρόληψης ατυχημάτων, με το μόνιμο  προσωπικό της επιχείρησης, παρόλο που οι βιομηχανίες, τύποις, νομικά δεν είναι οι εργοδότες αλλά πελάτες του έμμεσου προσωπικού.

Υπάρχει, βέβαια, και μια άλλη όψη του θέματος, μια άλλη αντίληψη :

Διεθνώς, από τη διερεύνηση κάθε σοβαρού ατυχήματος, προκύπτει σχεδόν πάντα το συμπέρασμα ότι πρώτος υπεύθυνος ήταν το ίδιο το θύμα.

Αυτή η εξήγηση είναι συχνά σωστή, αλλά προφανώς δεν ικανοποιεί, δεν αρκεί.

Μήπως αυτό το ατύχημα μπορούσε και έπρεπε να είχε προβλεφθεί και προληφθεί ;

Και ποιος είναι πιο κατάλληλος για τέτοια πρόβλεψη από τον αρμόδιο Διευθυντή, Μηχανικό ή Προϊστάμενο;

Δυστυχώς αυτή η εκπαίδευση δεν έχει ακόμη θεσπισθεί στον τόπο μας παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν  – και μάλιστα με την καλύτερη διεθνώς διαθέσιμη τεχνογνωσία.

Η επένδυση στην έρευνα και την τεχνολογία, οι σημαντικές βελτιώσεις στην ποιότητα, η ενίσχυση του εξαγωγικού δυναμικού και οι συνεργασίες με την Πανεπιστημιακή Κοινότητα

Δεν θα αναφερθώ στην τεχνολογία του περασμένου αιώνα,  τότε που ο ΤΙΤΑΝΑΣ ξεκίνησε αποκτώντας από τον Ελβετικό Οίκο MAYERHOFER & SCHURPF την τεχνογνωσία του τσιμέντου υψηλής αντοχής – με το οποίο τσιμέντο κατασκευάστηκαν τα οχυρά του Ρούπελ (της λεγόμενης γραμμής Μεταξά).

Θα αρχίσω αμφισβητώντας δυο λανθασμένες κατ΄εμέ αντιλήψεις που συχνά  επικρατούν στην κοινωνία μας :

Η πρώτη, ότι «τεχνολογικά προωθημένοι κλάδοι»  είναι εκείνοι που παράγουν προϊόντα υψηλής τεχνολογίας.

Αυτό δεν είναι ακριβές.

Εξίσου ή/και πιο σημαντική είναι η τεχνολογία της παραγωγικής διαδικασίας.

Αυτή μπορεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα, την ποιότητα και, τελικά, την ανταγωνιστικότητα.

Αυτή συμβάλλει στη μείωση της κατανάλωσης μη ανανεώσιμων αγαθών και στην αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Και, πρωτίστως, αυτή συμβάλλει στον περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και της κατανάλωσης νερού.

Η δεύτερη λανθασμένη, φρονώ,  αντίληψη οφείλεται στο αβασάνιστο συμπέρασμα ότι η ελληνική βιομηχανία, γενικά, είναι ουραγός στην Ευρώπη στην τεχνολογική έρευνα.

Γνωρίζουμε ότι η δημόσια δαπάνη στην έρευνα είναι όντως χαμηλή.

Όμως, δυστυχώς, η επίσημη στατιστική αγνοεί, ως επί το πλείστον, την έρευνα που διεξάγεται στον ιδιωτικό τομέα.

Τεχνολογική έρευνα στον ιδιωτικό τομέα υπάρχει, αλλά δεν είναι γνωστή στις Αρχές. Η εξήγηση είναι απλή :

Με το υφιστάμενο λογιστικό και φορολογικό σύστημα, οι επιχειρήσεις δικαιούνται και συνηθίζουν να χρεώνουν τα κόστη της έρευνας απευθείας στο λογαριασμό εκμετάλλευσης.

Για το λόγο αυτό, κανένας ελεγκτής – πόσο μάλλον απλός αναγνώστης των δημοσιευόμενων εκάστοτε οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων – δεν είναι σε θέση να πληροφορηθεί ποιες επιχειρήσεις διενεργούν έρευνα και ποιας συνολικής αξίας.

Αυτή η έλλειψη συγκεκριμένης πληροφόρησης ερμηνεύεται στατιστικώς  από τις αρμόδιες Αρχές ως απουσία ερευνητικού έργου με αποτέλεσμα η Ελλάδα να εμφανίζει περίπου μηδενικό δείκτη έρευνας του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.

Με άλλα λόγια, το Κράτος γνωρίζει κατ΄αρχήν μόνο την έρευνα που διενεργείται με εκείνους τους πόρους, εθνικούς ή κοινοτικούς, που διαχειρίζεται το ίδιο.

Θα αναφερθώ λοιπόν εδώ στην έρευνα που διεξάγει η Εταιρία μας.

Συγκεκριμένα, στον ΤΙΤΑΝΑ συμμετέχουμε σταθερά, τα τελευταία τριάντα χρόνια, στο σχεδιασμό και την εκτέλεση σειράς ερευνητικών προγραμμάτων με ομάδα επιστημόνων που έχουν ως αποκλειστική απασχόληση την παραγωγή νέας γνώσης και την αξιοποίηση  καινοτόμων προϊόντων.

Ειδικότερα την τελευταία δεκαετία απασχολούνται σε μόνιμη βάση κατά μέσον όρο επτά επιστήμονες (χημικοί μηχανικοί και άλλες ειδικότητες), που είναι άλλωστε γνωστοί στην Πανεπιστημιακή Κοινότητα, με την οποία διατηρούν συνεργασία.

Βέβαια, αυτοί οι επιστήμονες συνεπικουρούνται στο έργο τους από στελεχιακό και βοηθητικό προσωπικό πολλαπλάσιου αριθμού, το δε ετήσιο κόστος του όλου ερευνητικού έργου ανέρχεται σε επταψήφιο αριθμό ευρώ.

Από τα είκοσι περίπου προγράμματα  που βρίσκονται μόνιμα (λίγο-ως-πολύ) υπό εξέλιξη, το 50% περίπου είναι προγράμματα ενδοεπιχειρησιακής έρευνας.

Το 30% αφορά μη επιδοτούμενα προγράμματα που προτείνονται από την Εταιρεία σε τομείς άμεσου ενδιαφέροντός της και που υλοποιούνται κατά κανόνα σε συνεργασία με την Πανεπιστημιακή Κοινότητα και με Ερευνητικά Ινστιτούτα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το μικρότερο τμήμα του συνόλου της ερευνητικής δραστηριότητας της Εταιρείας, της τάξεως του 20%, αφορά προγράμματα επιδοτούμενα κατά 50% από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), που εκείνες καθορίζουν τη διάθεση των σχετικών κονδυλίων και επιλέγουν τις περιοχές έρευνας.

Ο αριθμός των προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται απ’ ευθείας από την Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά δεν είναι γνωστός στο Κράτος και, τελικά, μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της βιομηχανικής έρευνας περιλαμβάνεται στις επίσημες στατιστικές.

Θα αναφερθώ εδώ στην ειδικότερη περίπτωση του ΤΙΤΑΝΑ που μου είναι, φυσικά, περισσότερο γνωστή.

Στη θεματολογία των ερευνητικών προγραμμάτων συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων,  η ανάπτυξη νέων προϊόντων όπως η δημιουργία νέων τύπων τσιμέντου και ετοίμου σκυροδέματος, η βελτίωση ήδη υπαρχόντων προϊόντων με τη χρήση νέων  πρώτων υλών, η προσπάθεια αξιοποίησης βιομηχανικών παραπροϊόντων άλλων βιομηχανικών κλάδων αλλά και εναλλακτικών καυσίμων στην παραγωγή τσιμέντου, η βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας με τεχνολογίες πιο φιλικές προς το περιβάλλον, η βελτίωση της τεχνολογίας σκυροδέματος και κονιαμάτων και άλλα πολλά.

Μέσα από αυτή την έρευνα επιτεύχθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στην ποιότητα, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του εξαγωγικού δυναμικού.

Το ελληνικό τσιμέντο απέκτησε τη φήμη ενός από τα καλύτερα στις αγορές της Ευρώπης και αργότερα της Αμερικής, όπου και εκτιμάται ανάλογα.

Επιπρόσθετα, οι συνεργασίες με την Πανεπιστημιακή Κοινότητα συνέβαλαν στην εισαγωγή μαθήματος τεχνολογίας τσιμέντου στο πρόγραμμα σπουδών και σήμερα σημαντικός αριθμός φοιτητών αντλεί θέματα για διπλωματικές ή διδακτορικές εργασίες από το χώρο του τσιμέντου και του σκυροδέματος.

Οι εξελίξεις στην τεχνολογία Παραγωγής και η διεθνώς βραβευμένη πρωτοτυπία  στην προστασία του περιβάλλοντος

Η εξέλιξη της τεχνολογίας παραγωγής συνετέλεσε ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας αλλά και στον περιορισμό των επιπτώσεων στο περιβάλλον.

Οι αλλαγές αυτές προέκυψαν πρωτογενώς στην Ευρώπη (περιλαμβανομένης και της Ελλάδας) και συνέβαλαν στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και στην αντιμετώπιση του συνεχώς αυξανόμενου κόστους εργασίας και ενέργειας.

Θα αναφερθώ πρώτα στις αλλαγές που επήλθαν στην παραγωγική διαδικασία.  

Πολύ συνοπτικά, λοιπόν:

Στη φάση της άλεσης, αντικαταστάθηκε το ανοικτό σύστημα με το κλειστό.

Δηλαδή, τώρα πια, το χονδρόκοκκο υλικό χωρίζεται από το λεπτόκοκκο του πρώτου περάσματος με ένα διαχωριστή και επιστρέφεται στο μύλο.

Έτσι επιτυγχάνονται μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και συνάμα καλύτερη ποιότητα προϊόντος, είτε πρόκειται για τη φαρίνα που θα τροφοδοτηθεί στον κλίβανο είτε για το έτοιμο τσιμέντο.

Πρόσθετες βελτιώσεις επιτεύχθηκαν τα τελευταία χρόνια με την αντικατάσταση των παλιών σφαιρόμυλων με, νέου τύπου, κατακόρυφους μύλους (δηλαδή με περιστρεφόμενους τροχούς).

Η έψηση όμως είναι η βασική διαδικασία της τσιμεντοποιΐας και η πιο ενεργοβόρα.

Γι’ αυτό το λόγο, μόνιμοι στόχοι των  τεχνολογικών εξελίξεων ήσαν πάντα η μείωση της καταναλισκόμενης ενέργειας και η αύξηση της δυναμικότητας του εξοπλισμού, παράλληλα με τη μείωση των εκπομπών.

Σημαντικές βελτιώσεις επήλθαν με την προθέρμανση του υλικού σε κυκλώνες (δηλαδή σε ανακομιστές θερμότητας).

Όμως δεν άργησε και το επόμενο βήμα, η εγκατάσταση καυστήρα και στον προθερμαντή και έτσι μειώθηκαν πάλι οι απώλειες θερμότητας.

Σημαντικότατες βελτιώσεις έγιναν επίσης στους καυστήρες, που ήδη αποτελούνται από πολλαπλούς αγωγούς ταυτόχρονης τροφοδοσίας συμβατικών στερεών, υγρών ή/και εναλλακτικών καυσίμων.

Με τους νέους καυστήρες επιτυγχάνεται μείωση των παραγομένων εκπομπών (π.χ. οξειδίου του αζώτου έως 50%) και παρέχεται η δυνατότητα χρήσης εναλλακτικών καυσίμων σε μεγαλύτερη πλέον αναλογία.

Ανάλογες βελτιώσεις έγιναν και στην ψύξη του κλίνκερ – δηλαδή του εψημένου υλικού – αλλά και σε όλες σχεδόν τις φάσεις παραγωγής.

Τελευταία εξέλιξη στον αυτοματισμό της παραγωγής είναι η εφαρμογή «έξυπνων» συστημάτων (expert systems).

Όλα γίνονται αυτόματα, ο χειριστής απλά παρακολουθεί και επεμβαίνει μόνον όταν διαπιστώνει πρόβλημα.

Ωστόσο, ο αυτοματισμός, που ενισχύθηκε σε όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας,  επεκτάθηκε και στον έλεγχο.

Όλες οι πληροφορίες μεταφέρονται μέσω σημάτων στο χώρο του κεντρικού  χειριστηρίου.

Όλες οι ενδείξεις των λειτουργικών παραμέτρων, όπως οι θερμοκρασίες, πιέσεις, ηλεκτρικές καταναλώσεις, σύσταση των αερίων κλπ.,  εμφανίζονται στις οθόνες ανά πρώτο λεπτό της ώρας ενώ, πριν την εφαρμογή του αυτοματισμού, οι ενδείξεις αυτές εμφανίζονταν χειρωνακτικά ανά ώρα.

Η τεχνολογική εξέλιξη επεκτάθηκε και στον εξοπλισμό της ποιοτικής ανάλυσης που συνέβαλε στην παραγωγή νέων τύπων τσιμέντου, φιλικότερων προς το περιβάλλον, με πολύ μικρότερη μεταβλητότητα ποιότητας και που, επιπλέον, ανταποκρίνονται καλύτερα στις σημερινές αυξημένες κατασκευαστικές απαιτήσεις.

Να προσθέσω ακόμη ότι στα σύγχρονα Χημεία έχουν εγκατασταθεί ρομποτικά συστήματα που αναλαμβάνουν όλη τη διαδικασία προετοιμασίας και ανάλυσης του προς εξέταση δείγματος, από τη στιγμή που αυτό θα φθάσει αυτόματα στον εργαστηριακό χώρο μέχρι και την ανάλυση και απόσυρσή του για ανακύκλωση.

Έτσι, μπορούμε κάλλιστα να ισχυρισθούμε ότι, στις τελευταίες δεκαετίες, άλλαξε ριζικά το όλο τοπίο του εργοστασίου τσιμέντου, χάρη στις συνεχώς εκκολαπτόμενες νέες τεχνολογίες.

Πριν να κλείσουμε το κεφάλαιο της τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία, θεωρώ σωστό να αναφέρω μια πρωτοβουλία που αποτελεί διεθνώς βραβευμένη πρωτοτυπία και αφορά τόσο την ανάπτυξη της τεχνολογίας όσο και την προστασία του περιβάλλοντος.

Αναφέρομαι σε θυγατρική επιχείρηση του Τιτάνα  στην Αμερική, την Separation Technologies, η οποία παράγει, εγκαθιστά και λειτουργεί μονάδες ηλεκτροστατικού διαχωρισμού και επεξεργασίας της ιπτάμενης τέφρας, στους θερμικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής κατά κύριο λόγο.

Ο ηλεκτροστατικός διαχωρισμός τέφρας, αποκλειστικής ευρεσιτεχνίας της Separation Technologies, μετατρέπει ένα βιομηχανικό απόβλητο, την ιπταμένη τέφρα, βασικά των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, σε δύο χρήσιμα προϊόντα :

• Το ένα πλούσιο σε άκαυστο άνθρακα, αξιοποιήσιμο σαν καύσιμο και,

• το άλλο – που λέγεται pro-ash – απαλλαγμένο από άκαυστο άνθρακα, και που μπορεί να συναλεσθεί με το κλίνκερ και να διατεθεί έτσι ως σύμμικτο τσιμέντο, μειώνοντας αναλογικά και τις εκπομπές CO2.

Τέτοιες μονάδες επεξεργασίας ιπτάμενης τέφρας βρίσκονται ήδη σε λειτουργία ή υπό κατασκευή στις ΗΠΑ, τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Πολωνία και τη Νότια Κορέα.

Ήδη, από το 1995, έχουν τύχει τέτοιας επεξεργασίας περί τα δέκα εκατομμύρια τόννοι ιπτάμενης τέφρας – επί συνόλου όμως 400 εκατομμυρίων τόννων τέφρας που παράγονται διεθνώς κάθε χρόνο από τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Μετά από μακρόχρονη έρευνα, άρχισε η χρήση αυτών των διαχωριστών ιπτάμενης τέφρας και στο βιομηχανικό εμπλουτισμό μεταλλευμάτων, με εφαρμογές ήδη σε βιομηχανική κλίμακα στον Καναδά και την Ευρώπη.

Εξελίξεις στην προστασία του Περιβάλλοντος

Στο θέμα της προστασίας της φύσης και του περιορισμού των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ελληνική τσιμεντοβιομηχανία, θα αρχίσω με μια ανάμνηση :

Το 1961,  όταν άρχισα να εργάζομαι στον Τιτάνα, βρισκόταν ήδη υπό εγκατάσταση στο εργοστάσιο Ελευσίνας το πρώτο ηλεκτρόφιλτρο κλιβάνου, το πρώτο στον Τιτάνα και το πρώτο στην Ελλάδα.

Σύντομα, βέβαια, ακολούθησε ο εκσυγχρονισμός και των άλλων περιστροφικών κλιβάνων της χώρας.

Και ασφαλώς, έκτοτε, όλοι οι κλίβανοι (και όχι μόνο) εφοδιάστηκαν και εφοδιάζονται με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας αποκονίωσης.

Τα εκάστοτε επιτρεπόμενα όρια εκπομπών σκόνης – σε εθνικό επίπεδο, παλιότερα αλλά και σε Ευρωπαϊκό σήμερα – έχουν μειωθεί δραστικά σε όλες τις φάσεις της παραγωγής.

Η κατακράτηση της σκόνης ξεκίνησε με τη χρήση κυκλώνων που, στη συνέχεια, αντικαταστάθηκαν με ηλεκτρόφιλτρα και με σακκόφιλτρα.

Τα τελευταία έχουν μεν υψηλό βαθμό απόδοσης αλλά υπήρχε πάντα ο περιορισμός στην απόδοσή τους από την ανώτατη επιτρεπτή θερμοκρασία  των 90°C  στην οποία άντεχε το ύφασμα των σακκόφιλτρων, που  γινόταν με φυσικές ίνες.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις και ιδιαίτερα η εισαγωγή πρώτα συνθετικών ινών και ύστερα ινών υάλου, αύξησαν το όριο θερμοκρασίας των σακκόφιλτρων στους 230-260°C.

Έτσι, μ’ αυτή την τεχνολογική εξέλιξη, μειώθηκαν οι εκπομπές σκόνης από 460mg/m³ αερίων της δεκαετίας του ‘ 60 σε κάτω από 5mg/m³ σήμερα.

Εκτός από τη συσκευή μέτρησης της εκπεμπόμενης σκόνης, εγκαταστάθηκαν και συσκευές συνεχούς παρακολούθησης  αερίων ρύπων και τήρησης των ορίων, με μετρήσεις για τις εκπομπές οξειδίου του θείου, οξειδίου του αζώτου, υδροχλωρίου, υδροφθορίου κ.ά.

Θα ήταν σκόπιμο, πιστεύω, να γίνει εδώ μνεία μιας πολύ σοβαρής, καινοτόμου και αποτελεσματικής διεθνούς πρωτοβουλίας με την ονομασία Cement Sustainability Initiative (ή CSI) (βλ. www.titan.gr).

Πρόκειται για οικειοθελή, συστηματική και πολυετή προσπάθεια είκοσι πέντε από τις μεγαλύτερες τσιμεντοβιομηχανίες του κόσμου για την εφαρμογή του λεγόμενου Global Sectoral Approach, δηλαδή της κλαδικής αντιμετώπισης της βιώσιμης ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα.

Όλες οι συναντήσεις και συνεργασίες είναι δημόσιες, όλες οι δημοσιευόμενες επιδόσεις των εταιριών επαληθεύονται από ανεξάρτητο εξωτερικό ελεγκτή (εν προκειμένω τη διεθνώς γνωστή KPMG), του οποίου οι εκθέσεις επίσης δημοσιεύονται.

Με απλά λόγια, το επιτελούμενο έργο αξιολογείται από εξωτερικούς ελεγκτές και γνωστοποιείται διεθνώς.

Οι στόχοι αφορούν κυρίως τον περιορισμό των προκαλούμενων οχλήσεων (από τις εκπομπές αερίων, μέχρι την κατανάλωση νερού) αλλά και  τον περιορισμό – ελπίζουμε και μηδενισμό – των ατυχημάτων πάσης φύσεως.

Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα υπήρξαν σαφώς ενθαρρυντικά.

Πέραν αυτών, η CSI ενθαρρύνει τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων και τις ποικίλες μορφές ανακύκλωσης.

Αυτή η μέθοδος της κλαδικής αντιμετώπισης σε παγκόσμια κλίμακα – και ειδικά το CSI – παρουσιάσθηκαν σε διάφορες διεθνείς συναντήσεις σε Πολωνία, Ιαπωνία και αλλού.

Προ τετραμήνου δε, η Νότια Κορέα φιλοξένησε διεθνές συνέδριο με αποκλειστικό σκοπό την προβολή και ενθάρρυνση τέτοιων παγκόσμιων κλαδικών πρωτοβουλιών.

Για τη διετία 2012-13 ο ΤΙΤΑΝΑΣ συν-προεδρεύει στο CSI με έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς τσιμέντου στον κόσμο, τη HOLCIM.

Το 2002 ο ΤΙΤΑΝΑΣ προσυπέγραψε  το «Οικουμενικό Σύμφωνο»  ως πρώτη επιχείρηση από την Ελλάδα

Θα κλείσω την παρουσίασή μου, με δυο λόγια, πολύ σύντομα, για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ).

Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη,  σαν έννοια και σαν αντίληψη, εμφανίσθηκε αργότερα από τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.

Ο συνδυασμός των συνεχών και γρήγορων διεθνών μεταβολών της εποχής μας με τη βραδύτητα με την οποία ο νόμος ή οι διεθνείς και εθνικές πολιτικές ηγεσίες τις αντιμετωπίζουν, οδήγησε την κοινωνία να προηγείται του νομοθέτη και να εκφράζει τις δικές της προσδοκίες, ακόμη και απαιτήσεις, για το επιθυμητό και για το ανεπιθύμητο, για το αναγκαίο και για το μη παραδεκτό.

Και η σημερινή διεθνής κοινωνία κρίνει ότι η επιχειρηματική κοινότητα έχει τη δυνατότητα και το χρέος να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων που παρουσιάζονται.Διευκρινίζω ότι δεν αναφέρομαι στην εφαρμογή του Νόμου.

Αυτή θεωρείται αυτονόητη.

Αναφέρομαι σε οικειοθελείς πρωτοβουλίες και δραστηριότητες, πέραν του Νόμου.

Μια σημαντική τέτοια πρωτοβουλία υπήρξε το Global Compact, των Ηνωμένων Εθνών.

Στο γύρισμα του αιώνα, ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Koffi Anan ανακοίνωσε τη θέσπιση ενός νέου Συμφώνου οικειοθελούς συμμετοχής όλων των επιχειρήσεων του πλανήτη.

Με τη συμμετοχή στο Σύμφωνο, κάθε επιχείρηση αναλαμβάνει την υποχρέωση:

• Να σέβεται και να στηρίζει έμπρακτα ορισμένες αρχές (στους τομείς των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των εργαζομένων, της προστασίας του περιβάλλοντος και της καταπολέμησης της διαφθοράς),

• να δημοσιοποιεί τη σχετική δράση της, γνωστοποιώντας και τυχόν εμπόδια που συνάντησε αλλά και τα μέτρα που έλαβε για να τα ξεπεράσει και

• να μεταλαμπαδεύει τις αρχές αυτές όπου και όσο μπορεί, μέσα στη σφαίρα της επιρροής της.

Σημειωτέον ότι, το 2002, όταν ο ΤΙΤΑΝΑΣ προσυπέγραψε αυτό το διεθνές Σύμφωνο ως πρώτη επιχείρηση από την Ελλάδα και σχεδόν εξακοσιοστή σε διεθνή κλίμακα, η ελληνική ονομασία του Global Compact –  «Οικουμενικό Σύμφωνο» – δεν ήταν καν γνωστή στην αρμόδια Διεύθυνση Πρωτοκόλλου  του Υπουργείου Εξωτερικών και την πληροφορηθήκαμε από τις Βρυξέλλες ….

Οι λόγοι οι κοινωνικοί που συνηγορούν υπέρ της ΕΚΕ είναι πολλοί, πόσο μάλλον όταν αυτή υλοποιείται σε συνεργασία με την Κοινωνία των Πολιτών.

Υπάρχουν όμως και λόγοι καθαρά επιχειρηματικής φύσης που συνηγορούν υπέρ αυτής.

Ένας σημαντικός λόγος είναι η στενότερη διασύνδεση του ανθρώπινου δυναμικού, όταν αυτό ανακαλύπτει ότι η επιχείρηση, πέραν της εργασίας, προσφέρει στην κοινωνία κάτι χρήσιμο με το οποίο ο εργαζόμενος συνδέεται πρόθυμα.

Αυτές οι ιδέες έχουν ήδη κερδίσει έδαφος σε μεγάλη έκταση σε πολλές χώρες.

Στην Ελλάδα, πέραν της από ετών ίδρυσης του Ελληνικού Δικτύου Εταιρίας Κοινωνικής Ευθύνης και στη συνέχεια του Εθνικού Δικτύου Οικουμενικού Συμφώνου, η Επιχειρηματική Κοινότητα βρίσκεται  υπό δραστηριοποίηση.

Οι δυνατότητες τέτοιων πρωτοβουλιών είναι αναρίθμητες και τα οφέλη, τόσο για την επιχειρηματική κοινότητα όσο και για την κοινωνία στο σύνολό της, πολύτιμα και αναντικατάστατα.

Είναι προφανές ότι υπάρχουν πάντα περιθώρια για αυτοβελτίωση, πόσο μάλλον σε συνεργασία με την Κοινωνία των Πολιτών και με την ουσιαστική συμμετοχή της επιχειρηματικής κοινότητας στη συλλογική προσπάθεια.

 

«Αν διαλέξεις δουλειά που αγαπάς, δεν θα χρειασθεί να εργασθείς ούτε μια μέρα στη ζωή σου»

Όσο υποκειμενική και να είναι ίσως η μνήμη μου, βέβαιο είναι ότι το τοπίο στη τσιμεντοβιομηχανία άλλαξε συνταρακτικά τον τελευταίο μισό αιώνα.

Αλλά εξίσου βέβαιο είναι ότι, για μένα,  αυτά τα πενήντα χρόνια πέρασαν πολύ γρήγορα …  και αυτό γιατί, όπως είπε ο Κομφούκιος : «Αν διαλέξεις δουλειά που αγαπάς, δεν θα χρειασθεί να εργασθείς ούτε μια μέρα στη ζωή σου».


Θεόδωρος Δ. Παπαλεξόπουλος (1926 – 2020)

By Published On: 14 Νοεμβρίου, 2020Categories: Photostories0 Comments

Share This Story, Choose Your Platform!

Σχετικά άρθρα