Νέα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το 2020 ήταν ακόμη μια κακή χρονιά για τον Αμαζόνιο στη Βραζιλία. Η καταστροφή του τροπικού δάσους αυξήθηκε κατά 13%, σύμφωνα με τον αρμόδιο φορέα για την παρακολούθηση του έργου του Αμαζονίου των Άνδεων και παρά την παγκόσμια οικονομική ύφεση που προκλήθηκε από τον κορωνοϊό.

Το γεγονός αυτό μπορεί να ενισχύσει την εντύπωση ότι η αποψίλωση των δασών μοιάζει με αναγκαίο κακό, προκειμένου να τραφεί ο συνεχώς αυξανόμενος πληθυσμός του πλανήτη και πως ο επιχειρηματικός κόσμος της Βραζιλίας είναι απρόσβλητος από τις εκκλήσεις για τον τερματισμό της. Δεν ισχύει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Η πρόληψη της καταστροφής των τροπικών δασών είναι απίθανο να πλήξει την οικονομική ανάπτυξη των χωρών στη Νότια Αμερική. Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο περιορισμός της αποψίλωσης στον Αμαζόνιο της Βραζιλίας συνοδεύθηκε από αύξηση της γεωργικής παραγωγής, σύμφωνα με έρευνα που εκπονήθηκε από τη Μάρθια Μασέντο του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Η απαλλαγμένη από την αποψίλωση παραγωγή είναι σε θέση να προσφέρει καλύτερες οικονομικές επιδόσεις συνολικά αλλά και πιο πολλές θέσεις εργασίας βελτιώνοντας παράλληλα το βιοτικό επίπεδο όσων βιοπορίζονται από τα δάση.

Η αποψίλωση των δασών είναι ανησυχητική για τους Νοτιοαμερικανούς. Επηρεάζει ήδη τις αποδόσεις της γεωργίας καθώς και τις βροχοπτώσεις, κάτι το οποίο αποτυπώθηκε δραματική στη σοβαρή λειψυδρία που έπληξε το Σάο Πάολο το 2015.

Επίσης, στα σενάρια υπερθέρμανσης του πλανήτη που περιγράφει η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή, υπάρχει μεταξύ άλλων πρόβλεψη ότι η άνοδος της θερμοκρασίας θα έχει πολύ χειρότερες επιπτώσεις στις τροπικές περιοχές παρά στις ψυχρότερες ζώνες. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν επίσης οι πυρκαγιές.
Τα τροπικά δάση διατηρούν μεγάλες ποσότητες άνθρακα, παρέχουν ανανεώσιμους φυσικούς πόρους και φιλοξενούν την πλουσιότερη βιοποικιλότητα του πλανήτη παρέχοντας περιβαλλοντικές υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για την ανθρωπότητα.

Υπάρχουν έξυπνες επιλογές για τη βελτίωση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας μειώνοντας τους ρύπους ή βελτιώνοντας τα οφέλη που συνδέονται με την παραγωγή τους. Ένα πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της βοσκής στα δάση είναι η ανίχνευση της προέλευσης κάθε ζώου διασφαλίζοντας ότι κανένα δεν εκτρέφεται σε αποψιλωμένη περιοχή. Η υπάρχουσα τεχνολογία καθιστά δυνατή και προσιτή τη διαδικασία, όπως το σύστημα Conecta, ένα εργαλείο ιχνηλασιμότητας με τεχνολογία blockchain για την παρακολούθηση των αγορών βοοειδών και της αποψίλωσης των δασών χρησιμοποιώντας δημόσια δεδομένα και στοιχεία που εκδίδονται εθελοντικά από παραγωγούς και σφαγεία.

Κορυφαίοι όμιλοι στη συσκευασία κρέατος, όπως oι JBS, Marfrig και Minerva, έχουν δεσμευθεί να εφαρμόσουν την παρακολούθηση της αλυσίδας εφοδιασμού σε λιγότερο από πέντε χρόνια και ο χρηματοπιστωτικός τομέας συντάσσεται μαζί τους. Οι τράπεζες, άλλωστε, συμπεριλαμβανομένων των μεγαλύτερων, όπως η Banco Santander, ασχολούνται όλο και περισσότερο με την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης στον Αμαζόνιο.

Ένα δεύτερο βήμα είναι η ενίσχυση της ενοποιημένες παραγωγής καρπών, κτηνοτροφίας και δασοκομίας, μια προσέγγιση πιο επικερδής και βιώσιμη σε ολόκληρη τη Νότια Αμερική. Και – τρίτον – το να περιοριστεί ουσιαστικά η εκκαθάριση παρθένων γαιών για γεωργική εκμετάλλευση μετατρέποντας τα υπάρχοντα λιβάδια σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Τέλος, σύμφωνα με μελέτη του Παγκόσμιου Ινστιτούτου Φυσικών Πόρων, μία οικονομία χωρίς αποψιλώσεις, με παραγωγική γεωργία και με χαμηλούς ρύπους θα δημιουργούσε εκατομμύρια θέσεις εργασίας στη Βραζιλία ενισχύοντας το ΑΕΠ κατά 500 δισ. δολάρια τα επόμενα 10 με 15 χρόνια.

Πηγή : reuters.com

Share This Story, Choose Your Platform!