Πώς ο λογιστής μπορεί να βοηθήσει μια ΜμΕ να αναπτυχθεί
–του Βασίλη Κουφού, οικονομολόγου – σύμβουλου βιώσιμης επιχειρηματικής ανάπτυξης
Η συγκυρία
Για πολλές δεκαετίες – ουσιαστικά από τη στιγμή που η λογιστική οργανώθηκε ως διακριτή επαγγελματική λειτουργία – ο λογιστής ταυτίστηκε, στη συνείδηση του επιχειρηματία, με την τήρηση βιβλίων, την υποβολή δηλώσεων και την αποφυγή φορολογικών παραβάσεων. Η εικόνα αυτή, αν και δεν είναι λανθασμένη, είναι πλέον ελλιπής.
Το σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεν χαρακτηρίζεται μόνον από αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις. Χαρακτηρίζεται, ταυτοχρόνως, από αβεβαιότητα, υψηλό χρηματοδοτικό κόστος, ψηφιακές μεταβολές, στενότητα ανθρώπινων πόρων και μία διαρκή ανάγκη λήψης αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο. Ο επιχειρηματίας δεν καλείται απλώς να γνωρίζει τι συνέβη χθες. Οφείλει να εκτιμήσει τι μπορεί να συμβεί αύριο.
Και στο σημείο αυτό, ξεκινά η πραγματική συζήτηση: Μπορεί ο λογιστής να παραμένει αποκλειστικά ο θεματοφύλακας της φορολογικής συμμόρφωσης; Ή μήπως, ακριβώς επειδή γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε τρίτο τη χρηματοοικονομική εικόνα της επιχείρησης, οφείλει να μεταβληθεί σε λειτουργικό σύμβουλο ανάπτυξης;
Ο πραγματικός ασθενής
Οι ελληνικές ΜμΕ λειτουργούν, διαχρονικά, σε ένα περιβάλλον περιορισμένης ρευστότητας. Οι καθυστερήσεις στις εισπράξεις, η υψηλή εξάρτηση από τραπεζικό δανεισμό, η προκαταβολή φόρου, οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και η μικρή δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων, δημιουργούν μία μόνιμη πίεση στις ταμειακές ροές.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο επειδή πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το λογιστικό αποτέλεσμα ως ταμειακό δεδομένο. Κέρδος, όμως, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην διαθέσιμο χρήμα. Μία εταιρεία μπορεί να εμφανίζει θετικό αποτέλεσμα και, ταυτόχρονα, να αδυνατεί να πληρώσει εργαζομένους, προμηθευτές ή φορολογικές υποχρεώσεις. Οι απαιτήσεις από πελάτες μπορεί να παραμένουν ανείσπρακτες, τα αποθέματα να λιμνάζουν και οι επόμενες πληρωμές να πλησιάζουν απειλητικά.
Από τα παραπάνω, προκύπτει πως ο σοβαρός ασθενής δεν είναι η λογιστική λειτουργία. Είναι η ίδια η επιχειρηματική πληροφόρηση. Η επιχείρηση διαθέτει στοιχεία, αλλά δεν τα μετατρέπει πάντοτε σε γνώση. Καταγράφει συναλλαγές, αλλά δεν τις χρησιμοποιεί για να προβλέψει κινδύνους. Γνωρίζει τον κύκλο εργασιών της, αλλά όχι πάντοτε το πραγματικό περιθώριο κέρδους ανά προϊόν, υπηρεσία ή πελάτη.
Ο νέος ρόλος
Η εργαλειοθήκη ενός σύγχρονου λογιστή, ο οποίος επιθυμεί να υποστηρίξει ουσιαστικά μια ΜμΕ, διέρχεται από τρία συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
Πρώτον, την ύπαρξη αξιόπιστης και έγκαιρης οικονομικής πληροφόρησης.
Δεύτερον, την οργανωμένη παρακολούθηση των ταμειακών ροών, των απαιτήσεων, των υποχρεώσεων και της κερδοφορίας.
Τρίτον, τη δυνατότητα μετατροπής των αριθμών σε συγκεκριμένες επιχειρηματικές επιλογές.
Εφόσον τα παραπάνω δεδομένα καταγράφονται με συνέπεια, ο λογιστής μπορεί να ξεπεράσει τη στενή περιγραφή του παρελθόντος και να εισέλθει στη διαμόρφωση του μέλλοντος. Μία απλή πρόβλεψη ταμειακών ροών (cash-flow forecast), για παράδειγμα, μπορεί να αποκαλύψει ένα χρηματοδοτικό κενό αρκετές εβδομάδες πριν αυτό εμφανιστεί. Η επιχείρηση αποκτά, έτσι, τη δυνατότητα να επισπεύσει εισπράξεις, να αναδιαπραγματευθεί πληρωμές, να περιορίσει δαπάνες ή να αναζητήσει χρηματοδότηση χωρίς πανικό.
Παράλληλα, η ανάλυση της κερδοφορίας μπορεί να αποκαλύψει ότι ένα προϊόν με υψηλές πωλήσεις δεν παράγει αντίστοιχο κέρδος ή ότι ένας μεγάλος πελάτης, λόγω εκπτώσεων, επιστροφών και καθυστερήσεων, κοστίζει περισσότερο από όσο αποδίδει. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνον «πόσο πουλήσαμε;», αλλά «τι πραγματικά κερδίσαμε από όσα πουλήσαμε;».
Η χρηματοδότηση
Η πρόσβαση σε δανειακά ή επενδυτικά κεφάλαια αποτελεί ένα ακόμη πεδίο ουσιαστικής παρέμβασης. Πολλές μικρές επιχειρήσεις απευθύνονται σε τράπεζες όταν το πρόβλημα ρευστότητας έχει ήδη κορυφωθεί. Ζητούν χρήματα, χωρίς να διαθέτουν πάντοτε σαφή πρόβλεψη χρήσης, ολοκληρωμένο προϋπολογισμό ή εναλλακτικά σενάρια αποπληρωμής.
Ο λογιστής δεν μπορεί – και δεν πρέπει – να υποσχεθεί τη χρηματοδότηση. Μπορεί, όμως, να οργανώσει τα δεδομένα εκείνα που αποδεικνύουν ότι η επιχείρηση γνωρίζει το μέγεθος, τον σκοπό και τον κίνδυνο της επένδυσης. Ουσιαστικά, μετατρέπει ένα αόριστο αίτημα ρευστότητας σε τεκμηριωμένο επιχειρηματικό σχέδιο.
Η ποιότητα της πληροφόρησης, σε αυτές τις περιπτώσεις, λειτουργεί ως μορφή εγγύησης. Όχι νομικής, αλλά διοικητικής. Μία επιχείρηση που μπορεί να εξηγήσει πού θα κατευθυνθούν τα κεφάλαια, πότε θα δημιουργηθούν έσοδα και ποιο είναι το δυσμενές σενάριο, εμφανίζει υψηλότερο βαθμό ωριμότητας από μία επιχείρηση που περιορίζεται στην περιγραφή της ανάγκης της.
Η ψηφιακή μετάβαση
Το myDATA, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, τα ψηφιακά παραστατικά και οι νέες εφαρμογές λογιστικής διαχείρισης, διαμορφώνουν ένα διαφορετικό περιβάλλον. Θεωρητικά, η ψηφιοποίηση απελευθερώνει χρόνο και περιορίζει τα λάθη. Πρακτικά, αυτό συμβαίνει μόνον όταν οι διαδικασίες είναι σωστά σχεδιασμένες.
Η αγορά ενός λογισμικού δεν ισοδυναμεί με ψηφιακό μετασχηματισμό. Εάν τα ίδια δεδομένα εισάγονται επανειλημμένως, εάν οι εφαρμογές δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και εάν η διοίκηση δεν αξιοποιεί τις αναφορές, τότε η τεχνολογία μετατρέπεται σε ακόμη μία υποχρέωση.
Εδώ, ο λογιστής μπορεί να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη φορολογική πληροφορία και στη διοικητική της χρήση. Δεν χρειάζεται να μεταβληθεί σε προγραμματιστή. Οφείλει, όμως, να κατανοεί ποια δεδομένα είναι χρήσιμα, πώς ελέγχεται η αξιοπιστία τους και με ποιον τρόπο παρουσιάζονται στον επιχειρηματία.
Η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence) ενισχύει αυτή τη δυνατότητα, αυτοματοποιώντας επαναλαμβανόμενες εργασίες, εντοπίζοντας αποκλίσεις και υποστηρίζοντας προβλέψεις. Ωστόσο, η τεχνολογία δεν αντικαθιστά την επαγγελματική κρίση. Ένα σύστημα μπορεί να εντοπίσει ότι οι εισπράξεις μειώνονται. Δεν μπορεί, χωρίς ανθρώπινη ερμηνεία, να γνωρίζει εάν αυτό οφείλεται σε εποχικότητα, απώλεια πελάτη ή λανθασμένη τιμολογιακή πολιτική.
Η νέα σχέση
Για να αποκτήσει ο λογιστής συμβουλευτικό ρόλο, απαιτείται αναδιαμόρφωση της σχέσης με τον επιχειρηματία. Η σχέση αυτή οφείλει να περιλαμβάνει:
- σαφή περιγραφή υπηρεσιών
- τακτική επικοινωνία
- συμφωνημένους δείκτες παρακολούθησης
- ξεχωριστή αμοιβή για τη συμβουλευτική εργασία
Η συμβουλή δεν μπορεί να παρέχεται περιστασιακά, μέσα σε μία τηλεφωνική συνομιλία για μια φορολογική προθεσμία. Χρειάζεται δομή, προετοιμασία και επαναληπτικότητα. Μία μηνιαία συνάντηση με αντικείμενο τα διαθέσιμα, τις απαιτήσεις, την κερδοφορία και τις υποχρεώσεις του επόμενου τριμήνου, μπορεί να αποτελέσει την αρχή ενός ουσιαστικού management reporting.
Ολοκληρώνοντας
Ο λογιστής του μέλλοντος δεν εγκαταλείπει τη φορολογική συμμόρφωση. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί την αξιοπιστία που αυτή δημιουργεί ως βάση για κάτι μεγαλύτερο: τη διοικητική υποστήριξη της επιχείρησης.
Για τις ελληνικές ΜμΕ, το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Η επιχείρηση που αντιλαμβάνεται εγκαίρως το χρηματοδοτικό της κενό, γνωρίζει ποιο προϊόν παράγει αξία και προετοιμάζει σωστά μία επένδυση, δεν γίνεται απλώς πιο οργανωμένη. Γίνεται περισσότερο ανθεκτική.
Το ότι ο λογιστής μπορεί να εξελιχθεί σε σύμβουλο ανάπτυξης, πιθανόν να ακούγεται ως ακόμη μία επαγγελματική κοινοτοπία. Όταν όμως οι αριθμοί του αρχίζουν να παράγουν καλύτερες αποφάσεις, ποιος ενδιαφέρεται για τον τίτλο;

