Το ευρωπαϊκό σχέδιο μέσα από την ελληνική επιχειρηματική πραγματικότητα

 του Βασίλη Κουφού, οικονομολόγου – σύμβουλου βιώσιμης επιχειρηματικής ανάπτυξης

Εάν επιχειρήσουμε να περιγράψουμε με μία φράση τη σταθερότερη απαίτηση του ευρωπαϊκού επιχειρείν, νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε εύκολα στον τίτλο : απλούστερη φορολογία. Από το σημείο αυτό και μετά, όμως, ξεκινούν οι δυσκολίες. Διότι άλλο πράγμα είναι η εξαγγελία της απλοποίησης και εντελώς διαφορετικό η μετατροπή της σε λιγότερες δηλώσεις, ταχύτερες επιστροφές, καθαρούς κανόνες και – κυρίως – σε πραγματικό χρόνο και χρήμα για την επιχείρηση. Η νέα πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία υπολογίζεται ότι μπορεί να μειώσει το κόστος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων κατά περίπου 7,9 δισ. ευρώ ετησίως, μας δίνει συνεπώς μια καλή αφορμή να εξετάσουμε όχι μόνο τι σχεδιάζουν οι Βρυξέλλες, αλλά τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει ο σχεδιασμός αυτός για την ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση.

Η ελληνική οπτική έχει ιδιαίτερο βάρος. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 99,9% του επιχειρηματικού πληθυσμού της χώρας, απασχολούν το 84,6% των εργαζομένων και παράγουν το 58,3% της προστιθέμενης αξίας της επιχειρηματικής οικονομίας. Δεν αποτελούν, δηλαδή, μια ειδική κατηγορία που χρήζει συμπληρωματικής μέριμνας. Αποτελούν την ίδια τη δομή της ελληνικής αγοράς. Και ακριβώς για τον λόγο αυτό, κάθε νέα φορολογική υποχρέωση – ακόμη και όταν εμφανίζεται ως ψηφιακή διευκόλυνση – αποκτά δυσανάλογα μεγάλο βάρος. Μια μεγάλη εταιρεία διαθέτει οργανωμένο φορολογικό τμήμα. Η μικρή οικογενειακή επιχείρηση διαθέτει, συνήθως, τον επιχειρηματία, τον λογιστή του και έναν ήδη περιορισμένο χρόνο. Η διαφορά αυτή είναι ουσιώδης.

Κατ’ αρχάς, το σημαντικότερο τμήμα του ευρωπαϊκού πακέτου αφορά την προτεινόμενη κατάργηση της παρακράτησης φόρου σε διασυνοριακές πληρωμές μερισμάτων, τόκων και δικαιωμάτων μεταξύ εταιρειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή εκτιμά ότι από τη συγκεκριμένη παρέμβαση μπορεί να προκύψει ετήσιο όφελος περίπου 5,3 δισ. ευρώ. Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός. Μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει ο μηχανισμός που κρύβεται πίσω του : μια επιχείρηση καταβάλλει ή υφίσταται έναν φόρο, μολονότι ενδέχεται τελικά να δικαιούται απαλλαγή ή επιστροφή, και στο μεσοδιάστημα χρηματοδοτεί τη διαδικασία με τη δική της ρευστότητα. Πρόκειται για μια μορφή διοικητικής αδράνειας, η οποία μετατρέπεται ευθέως σε οικονομικό κόστος.

Παίρνοντας ως σημείο αναφοράς την ελληνική εμπειρία, τα παραδείγματα είναι πολλά. Μια εταιρεία τροφίμων που εισπράττει δικαιώματα από συνεργάτη στη Γερμανία, μια τεχνολογική επιχείρηση που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκό επενδυτή ή μια οικογενειακή βιομηχανία με θυγατρική στην Κύπρο, καλούνται να συγκεντρώνουν πιστοποιητικά φορολογικής κατοικίας, εταιρικά έγγραφα, ειδικά έντυπα και αποδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των σχετικών οδηγιών. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αυτή είναι η αναγκαία τιμή της φορολογικής ασφάλειας. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η ασφάλεια δεν ταυτίζεται με την επανάληψη. Όταν η ίδια πληροφορία βρίσκεται ήδη στη διάθεση δύο φορολογικών διοικήσεων, η εκ νέου αναζήτησή της από την επιχείρηση δεν προσθέτει ακεραιότητα· προσθέτει κόστος.

Ο δεύτερος άξονας αφορά τη δυνατότητα πλήρους και άμεσης φορολογικής απόσβεσης υλικών επενδύσεων που συνδέονται με έρευνα και ανάπτυξη. Η διάταξη αυτή δεν είναι επιδότηση και, ασφαλώς, δεν υποκαθιστά τη χρηματοδότηση. Μπορεί, όμως, να μεταβάλει ουσιαστικά τον χρόνο αναγνώρισης μιας επενδυτικής δαπάνης και, κατ’ επέκτασιν, την απόδοσή της. Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα είναι προφανές : η έρευνα δεν πραγματοποιείται αποκλειστικά σε μεγάλα εργαστήρια ή σε πολυεθνικούς ομίλους. Μια μικρή γαλακτοβιομηχανία που αναπτύσσει νέο προϊόν, μια επιχείρηση συσκευασίας που δοκιμάζει ανακυκλώσιμα υλικά, ένας κατασκευαστής εξαρτημάτων ή μια μονάδα αγροτεχνολογίας ασκούν, στην πράξη, ερευνητική δραστηριότητα – πολλές φορές χωρίς να την ονομάζουν έτσι.

Εδώ, όμως, εντοπίζεται και ο συνήθης ελληνικός κίνδυνος. Εάν οι ορισμοί είναι ασαφείς, εάν η τεκμηρίωση απαιτεί έναν φάκελο δυσανάλογο προς το ύψος της επένδυσης και εάν η φορολογική αναγνώριση εξαρτάται από μεταγενέστερες και μεταβαλλόμενες ερμηνείες, τότε το κίνητρο θα παραμείνει θεωρητικό. Θα αξιοποιηθεί από τις επιχειρήσεις που διαθέτουν ήδη εξειδικευμένους συμβούλους και όχι από εκείνες που το χρειάζονται περισσότερο. Ένα απλό φορολογικό εργαλείο οφείλει να είναι απλό και κατά την εφαρμογή του. Διαφορετικά, πρόκειται απλώς για μια σύνθετη παροχή με ελκυστικό τίτλο.

Το τρίτο πεδίο της πρότασης είναι ίσως λιγότερο θεαματικό, αλλά εξαιρετικά κρίσιμο : η ενοποίηση των εννέα υφιστάμενων οδηγιών διοικητικής συνεργασίας, η μείωση των διπλών γνωστοποιήσεων και η κατάργηση αναφορών χαμηλής χρησιμότητας. Η Επιτροπή υπολογίζει ότι ο όγκος ορισμένων υποχρεώσεων μπορεί να μειωθεί κατά 35%. Στην ελληνική αγορά, όπου το myDATA, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και οι διαδοχικές ψηφιακές εφαρμογές μεταβάλλουν καθημερινά τη λειτουργία του λογιστηρίου, το ζήτημα αυτό είναι θεμελιώδες. Η ψηφιοποίηση αποτελεί πρόοδο όταν αντικαθιστά μια παλαιά διαδικασία. Όταν απλώς τοποθετεί μια νέα ηλεκτρονική υποχρέωση πάνω στην παλιά, δεν έχουμε απλοποίηση αλλά ψηφιοποιημένη γραφειοκρατία.

Χρειάζεται, βεβαίως, ένας βαθμός επιφυλακτικότητας. Τα 7,9 δισ. ευρώ αποτελούν εκτίμηση συνολικού ευρωπαϊκού οφέλους και όχι μια οριζόντια φορολογική ελάφρυνση που θα εμφανιστεί αυτομάτως στα ταμεία των ελληνικών επιχειρήσεων. Οι εταιρείες με διασυνοριακές πληρωμές, συμμετοχές ή οργανωμένη δραστηριότητα έρευνας θα έχουν πιθανότατα μεγαλύτερο άμεσο όφελος. Η μικρή επιχείρηση της τοπικής αγοράς θα ωφεληθεί κυρίως εάν η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία μεταφερθεί με συνέπεια στην ελληνική διοίκηση : ένα δεδομένο να υποβάλλεται μία φορά, οι υπηρεσίες να επικοινωνούν μεταξύ τους και η συνεπής επιχείρηση να μην καλείται να αποδεικνύει διαρκώς τη συνέπειά της.

Οι προτάσεις, τέλος, δεν αποτελούν ακόμη ισχύον δίκαιο. Θα ακολουθήσουν η ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία, οι πολιτικές διαπραγματεύσεις και – εφόσον εγκριθούν – η εθνική εφαρμογή. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν λόγο να αλλάξουν σήμερα τη φορολογική πρακτική τους. Έχουν, όμως, κάθε λόγο να καταγράψουν τις παρακρατήσεις που υφίστανται, τον χρόνο των επιστροφών, τις δαπάνες συμβούλων, τις επενδύσεις έρευνας και τις διπλές υποβολές στοιχείων. Διότι μόνο ό,τι μετριέται μπορεί αργότερα να αξιολογηθεί ως πραγματική απλοποίηση.

Εν τέλει, αυτό που κρίνεται δεν είναι η μείωση μερικών εντύπων, αλλά η μεταβολή της ίδιας της σχέσης ανάμεσα στη φορολογική διοίκηση και στην επιχείρηση. Η φορολογία οφείλει να εξασφαλίζει έσοδα, διαφάνεια και ισότιμους κανόνες. Δεν μπορεί, όμως, να απορροφά παραγωγικό χρόνο ούτε να δεσμεύει κεφάλαια χωρίς ουσιαστικό λόγο. Εάν το ευρωπαϊκό πακέτο κατορθώσει να μετατρέψει την πληροφορία σε συνεργασία, τον έλεγχο σε στοχευμένη διαδικασία και τη συμμόρφωση σε προβλέψιμο κόστος, τότε θα έχουμε ένα πραγματικό εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Εάν όχι, θα πρόκειται για ακόμη μία άσκηση φορολογικής απλοποίησης – με σύνθετα, δυστυχώς, αποτελέσματα.

ΤΡΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΜΕΤΡΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ

1. Παρακρατήσεις και χρόνος επιστροφών
2. Δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης
3. Επικαλυπτόμενες υποχρεώσεις αναφοράς και εξωτερικό κόστος φορολογικής συμμόρφωσης

Πηγές αναφοράς

By Published On: 30 Ιουλίου, 2026Categories: Point One, Γνώμες, ΔημοσιεύσειςΔεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η απλοποίηση των € 8 δισ. : η ευρωπαϊκή ευκαιρία για τις ελληνικές ΜμΕTags: , , , , , ,

Share This Story, Choose Your Platform!